Σύμφωνα με τον "Ομηρικό Ύμνο" της Αφροδίτης, η θεά γεννήθηκε σε κάποια ακτή της Κύπρου, "όπου η υγρή πνοή του Ζέφυρου την έσπρωξε πάνω στον λευκό αφρό, ανάμεσα στα κύματα της πολυθόρυβης θάλασσας. Και οι Ώρες με χαρά τη δέχτηκαν και την έντυσαν μ' αθάνατα ρούχα κι ένα στέμμα από χρυσάφι αστραφτερό της έβαλαν στο κεφάλι, θαυμαστό. Και με περιδέραια χρυσά στόλισαν το λευκό της στήθος και το λεπτό της το λαιμό. Και την οδήγησαν στους αθάνατους μόλις τελείωσαν το στολισμό. Όλοι τη χαιρετούν και της δίνουν το χέρι κι ο καθένας να
την κάνει σύζυγο επιθυμεί και να τη φέρει στο σπιτικό του. Τόσο μεγάλη εντύπωση έκανε σ' όλους η ομορφιά της Κυθέρειας".
Κατά τον Όμηρο, η Αφροδίτη ήταν θυγατέρα του Διός και της Διώνης, μιας θεότητας που είναι δύσκολο να καθορίσουμε με ακρίβεια τη θέση της στον Όλυμπο και η οποία θεωρείται αδελφή των Τιτάνων, άλλοτε πάλι κόρη του Ωκεανού.
Ο Ησίοδος αναφέρει έναν άλλο, πολύ διαφορετικό μύθο. Ο ποιητής της "Θεογονίας" συνδέει τη
γέννηση της θεάς με τον ακρωτηριασμό του Ουρανού από τον Κρόνο. Μετά την περιγραφή της σκηνής του ακρωτηριασμού του Ουρανού, ο Ησίοδος προσθέτει, "Τα θεϊκά αυτά κομμάτια, που το κοφτερό το σίδερο τα είχε χωρίσει από το σώμα, πέσανε στην απέραντη θάλασσα. Πολύ καιρό επέπλεαν στην επιφάνεια της και γύρω τους σχηματίστηκε άσπρος αφρός και μέσα στον αφρό μια θεά γεννήθηκε. Στην αρχή οι άνεμοι την έσπρωχναν προς τα Κύθηρα, κατόπιν προς την Κύπρο κι είδαν να βγαίνει από τα νερά η χαριτωμένη θεά! Όπου πατούσε χλόη ανθισμένη φύτρωνε. Άνθρωποι και θεοί την ονομάζουν Αφροδίτη, από τον αφρό αναδύθηκε. Κυθέρεια με στέμμα λαμπρό, στα Κύθηρα καθώς πλησίαζε και, Κυπρίδα επειδή στις ακτές της Κύπρου για πρώτη φορά φανερώθηκε και βγήκε και, σ' ανάμνηση της προέλευσης της φίλης της ηδονής. Απ' τη στιγμή που αυτή γεννήθηκε, κι ως πήγαινε μέρος να πάρει στην συνέλευση των θεών, ο Έρωτας και ο Ίμερος (ο πόθος) πάντα τη συνόδευαν..."
|
ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ ΜΕ ΑΛΛΕΣ ΘΕΟΤΗΤΕΣ |
Η Αφροδίτη κατείχε μια απ' τις πρώτες θέσεις στον Όλυμπο. Σύμφωνα με μερικούς συγγραφείς, η Αφροδίτη παίζει ιδιαίτερο ρόλο στους αγώνες κατά των Γιγάντων. Δεν μάχεται σε απευθείας συμπλοκή,
όπως η Αθηνά και η Άρτεμη, με τα τερατώδη όντα, που γεννήθηκαν από το αίμα του ουρανού,
παρά χρησιμοποιεί τα θέλγητρά της και παρασέρνει τους Γίγαντες στη σπηλιά, όπου ο Ηρακλής τους εξοντώνει. Όταν ο Δίας απαλλάχτηκε από τους εχθρούς του κι έμεινε κυρίαρχος των πάντων δεν κατάφερε να
ξεφύγει από την γοητεία εκείνης " που ο γλυκός πόθος έκανε στους θεούς ανάμεσα να γεννηθεί και υποδούλωσε τους θνητούς ανθρώπους και τα πουλιά του ουρανού κι όλα τα άγρια ζώα και τα θαλάσσια τέρατα".
Ο "Ομηρικός Ύμνος" προσθέτει, "Η Αφροδίτη θόλωσε του κεραυνόχαρου Δία του μυαλό. Όσες φορές το θέλησε, παράσυρε τη
σύνδεση αυτή κι ένωσε τον Δία με θνητές γυναίκες". Φρόντιζε πάντα να κρύβει από την Ήρα τις απιστίες του συζύγου της, αλλά τη βοήθησε ωστόσο κάποτε να είναι σε θέση να ξαναφέρει τον άστατο σύζυγό της πίσω. Γι' αυτό της δάνεισε τη θαυματουργή ζώνη της με την ακατανίκητη επίδρασή της.
Σύμφωνα με τον ποιητή του "Ομηρικού Ύμνου", μόνο "τρεις ψυχές δεν κατάφερε σ' ολόκληρο τον Όλυμπο να γοητεύσει ή να ξεγελάσει η Αφροδίτη. Την Αθηνά, την Άρτεμη και την Εστία." Η πρώτη μάλιστα τόλμησε, όπως και η Ήρα, να διεκδικήσει το έπαθλο της καλλονής.
Η Αφροδίτη παρουσιάζεται στη μυθολογία σαν νόμιμη σύζυγος άλλοτε του Ηφαίστου και άλλοτε του Άρεως. Ο Όμηρος τη θεωρεί σύζυγο του Ηφαίστου, του θεού της φωτιάς, που τον απατά με τον Άρη. Από την ένωση της Αφροδίτης με τον Άρη γεννήθηκαν πολλά παιδιά. Ο Έρως , η Αρμονία, που την πήρε γυναίκα του ο Κάδμος και οι δυο τρομεροί σύντροφοι του θεού του πολέμου, ο Φόβος και ο Δείμος.
Η Αφροδίτη δεν περιορίστηκε μονάχα στον έρωτα των θεών.
Από πνεύμα εκδίκησης, ο Δίας την ενέπνευσε, καθώς έλεγαν, "γλυκιά επιθυμία να ενωθεί και με θνητούς". Ο ύπατος των θεών δεν ήθελε να αποτελεί η Αφροδίτη εξαίρεση και να μην έχει μοιραστεί το κρεβάτι των θνητών, "για να καυχιέται, σαν
διηγιόταν με γέλια, πως θεούς ένωνε με θνητές και θνητούς με θεούς".
Ένα από τα διασημότερα θύματα της Αφροδίτης ήταν η Ελένη, η κύρια αιτία του Τρωϊκού πολέμου. Εξαιτίας της σφοδρής της επιθυμίας να κερδίσει το έπαθλο των καλλιστείων και να νικήσει τις αντίπαλές της θεές, την Ήρα και την Αθηνά, η Αφροδίτη δεν δίστασε να πάρει οποιοδήποτε μέτρο, για να επηρεάσει τον κριτή του αγώνα, τον ωραίο Πάρη, υπέρ της νίκης της. Και του υποσχέθηκε να αποκτήσει την ωραιότερη απ' όλες τις γυναίκες, την Ελένη, τη θυγατέρα της Λήδας και του Διός και σύζυγο του βασιλιά της Σπάρτης Μενέλαου.
Σ' ένα μικρό ποίημα, με τίτλο, "Η αρπαγή της Ελένης", ο Κόλουθος, που έζησε τον πέμπτο μ.Χ. αιώνα, απαριθμεί τις προετοιμασίες της Αφροδίτης πριν αναχωρήσει για την Ίδη, όπου θα οδηγούσε τις τρεις θεές ο Ερμής για να κρίνει στο διαγωνισμό καλλονής ο Πάρης. "Η Κυπρίς, πάντα επιτήδεια στην τέχνη της γοητείας, άνοιξε τον πέπλο της, έλυσε τα μαλλιά της αι σκόρπισε χρυσάφι στις μπούκλες τους επάνω. Ύστερα, κοιτώντας τρυφερά τους Έρωτες, τους είπε: Παιδιά μου, η αποφασιστική στιγμή πλησιάζει, μαζευτείτε γύρω από τη μητέρα σας. Σήμερα θα φανεί αν έχω κάποιαν ομορφιά. Αγνοώ σε ποιον θα δώσει ο βοσκός το μήλο και η αμφιβολία με γεμίζει φόβο. Η Ήρα, όπως λένε, είναι μητέρα των Χαρίτων, διαθέτει σκήπτρα όπως της αρέσει και μοιράζει αυτοκρατορίες. Η Παλλάδα Αθηνά έχει την πρώτη θέση στους πολέμους. Εγώ μονάχα απ' όλες τις θεές δεν έχω καμιά δύναμη. Μήτε το βασιλικό το κύρος, μήτε το δόρυ έχω στο μερίδιό μου. Αλλά γιατί φοβάμαι. Αντί το δόρυ, δεν έχω ένα όπλο πιο ισχυρό μέσα σ' αυτή τη ζώνη, που για να δένω τους Έρωτες χρησιμοποιώ, γοητευμένους
κιόλας από τα δεσμά που τους επιβάλλω; Δεν είναι το όπλο μου πιο αιχμηρό, δεν είναι σαν τόξο που ποτέ του δε λαθεύει; Πόσες θνητές δεν υποφέρουν από τις φλόγες που τους ανάβει αυτή η μοιραία ζώνη, χωρίς και να μπορούν να βρουν το θάνατο που επιθυμούν να βρουν;".
Ο ίδιος ποιητής μας περιγράφει και την σκηνή σαγήνευσης του Πάρη, "Η Ήρα και η Αθηνά πρώτες προσπάθησαν να πείσουν τον Πάρη, η μια μετά την άλλη. Όταν ήρθε η σειρά της Αφροδίτης, αυτή μίλησε και, για να έχει περισσότερα πλεονεκτήματα, άρχισε ξεκουμπώνοντας το φόρεμά της από τις πόρπες. Και μόλις ένιωσε άνετα, σηκώθηκε χωρίς να κοκκινίζει γι' αυτό που ήταν να κάνει. Έπειτα, λύνοντας τη ζώνη όπου φωλιάζουν οι τρυφεροί οι Έρωτες, γυμνό το στήθος της παρουσίασε κι έδειξε όλες τις ομορφιές του. Ύστερα, γυρνώντας στο βοσκό, χαμογελώντας του ηδονικά του είπε, "Κοίτα, απόλαυσε όλες τις ομορφιές που εγώ προσφέρω στα μάτια σου. Δεν αξίζουν να τις προτιμήσεις από τα πολεμικά ανδραγαθήματα; Η απόκτηση τους δεν αξίζει περισσότερο από όλα τα βασίλεια και τα σκήπτρα της Ασίας; Τα βάσανα του πολέμου μου είναι ξένα, τι σχέση έχω εγώ με τις ασπίδες; Οι γυναίκες ξεχωρίζουν για της ομορφιάς την λάμψη. Δεν μοιράζω αξίες, αλλά μπορώ να σου χαρίσω μια χαριτωμένη σύντροφο. Σε θρόνο δεν θα σ' ανεβάσω εγώ, αλλά στην κλίνη της Ελένης. Θα ταξιδέψεις για τη Σπάρτη και από 'κει θα την πάρεις".
Ο Πάρης τότε δεν δίστασε κι έδωσε στην Αφροδίτη το έπαθλο της καλλονής. Αργότερα όταν πήγε αυτός στη Σπάρτη, είπε στην Ελένη πως η θεά του έρωτα του είχε υποσχεθεί μια σύζυγο γεμάτη θέλγητρα. "Ελένη είναι το όνομά της και αδελφή της είναι η θεά. Κι ήρθα εδώ γι' αυτή, γυναίκα μου να πάρω, όπως εκείνη μου το πρόσταξε". Δεν πρόβαλε καμιά αντίσταση η σύζυγος του Μενελάου. "Εμπρός, ας φύγουμε, στην Τροία πάρε με μαζί σου, να σε ακολουθήσω δέχομαι, αφού έτσι των Ερώτων η θεά το θέλει".
Η προστασία της Αφροδίτης προς τον Πάρη εκδηλωνόταν πάντα με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο. Στην τρίτη ραψωδία της "Ιλιάδας" ο Όμηρος παρουσιάζει τους Έλληνες και τους Τρώες αποφασισμένους να τελειώσουν τον πόλεμο με μια μονομαχία ανάμεσα στο
σύζυγο που ατιμάστηκε, τον Μενέλαο και τον απαγωγέα της Ελένης, τον Πάρη. ΚΙ έρχονται στα χέρια οι δυο αντίπαλοι, ο Μενέλαος αρπάζει τον Πάρη από το λοφίο της περικεφαλαίας του και τον σέρνει προς το στρατόπεδο των Ελλήνων. Αλλά η Αφροδίτη τρέχει για βοήθεια του Πάρη. "Κόβει το λουρί που έδενε την περικεφαλαία κάτω από το σαγόνι του κι η περικεφαλαία άδεια ακολουθεί, αφού έφυγε από το κεφάλι του προστατευόμενου της θεάς, το χέρι του Μενελάου, που τη στριφογυρίζει πάνω από το κεφάλι του και την πετάει ανάμεσα στους Έλληνες. Ύστερα, για δεύτερη φορά ορμάει εναντίον του εχθρού του. Φλέγεται από την επιθυμία να του αφαιρέσει με το δόρυ του τη ζωή. Αλλά η Αφροδίτη -τόση είναι η δύναμη των θεών- σκεπάζει τον Πάρη με ένα παχύ σύννεφο, τον αρπάζει και, πετώντας, τον πάει στο παλάτι του και αφήνει τον πρίγκηπα πάνω στο μοσχοβολισμένο συζυγικό του κρεβάτι".
Η Ελένη από τις επάλξεις της Τροίας είχε παρακολουθήσει τη μονομαχία ανάμεσα στο σύζυγό της και τον εραστή της. Και, φυσικά οι εντυπώσεις της είναι δυσμενείς για τον Πάρη. Νιώθει τον κίνδυνο η θεά και παίρνει τη μορφή μιας γριάς υφάντρας που αγαπούσε πολύ την Ελένη και την ακολούθησε από την Λακεδαίμονα. Πιάνει την Ελένη από το φόρεμά της η ρυτιδωμένη γριά, το οποίο φόρεμα ευωδίαζε όπως το νέκταρ και της λέει, "Έλα, ακολούθησέ με. Ο Πάρης σε περιμένει στο παλάτι του. Είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι του και λάμπει από ομορφιά, καθώς και το ντύσιμό του. Δεν θα έλεγες ότι πολεμούσε μ' έναν τρομερό αντίπαλο, αλλά πως πρόκειται να πάει σε χορό, ή πως γύρισε από γλέντι και ξεκουράζεται".
Η Ελένη όμως αναγνωρίζει τη θεά "απ' το λεπτό λαιμό κι από το στήθος της που επιθυμίες ανάβει κι από τα αστραφτερά της μάτια". Γεμάτη τρόμο τότε της λέει, "Σκληρή, γιατί έρχεσαι να με παραπλανήσεις πάλι; Θα μ' οδηγήσεις ακόμα πιο μακριά, πέρα σε καμιά από τις πολυάνθρωπες της Φρυγίας πολιτείες είτε της γελαστής της Μαιονίας; Μην και υπάρχει σ' αυτές τις χώρες ένας θνητός που σου είναι αγαπητός; Ή μήπως, επειδή ο Μενέλαος, αφού νίκησε, θέλει μαζί του να με πάρει, μολονότι του είμαι τόσο μισητή; Μην κι ήρθες με νέα τεχνάσματα εσύ γι' αυτά; Γιατί δεν πας, η ίδια να μείνεις εσύ μαζί του; Άφησε τους δρόμους τους ουράνιους, το πόδι σου στον Όλυμπο μην ξαναβάλεις, μείνε μαζί του, φρόντιζέ τον και υπόμενε τα πάντα απ' αυτόν, ώσπου γυναίκα του και σκλάβα του σε πάρει. Όσο για με, αρνούμαι να σε ακολουθήσω, θα ήμουν αξιοκατάκριτη, Όχι, δεν θέλω το κρεβάτι του
εγώ πια να μοιράζομαι. Όλες οι Τρωαδίτισες θα με περιφρονούν, αν πάλι εγώ το κάνω. Έχω κιόλας στην ψυχή μου
αβάσταχτη πικρία".
Τα βίαια αυτά παράπονα έχουν ως αποτέλεσμα να ερεθίσουν περισσότερο την Αφροδίτη, "Κοίτα, μη με θυμώνεις δύστυχη, κοίτα και μη σ' εγκαταλείψω, μη σε μισήσω εγώ που τόσο σε είχα αγαπήσει! Μπορώ να μεγαλώσω τη διχόνοια ανάμεσα σε Έλληνες και Τρώες κι εσύ θα χαθείς, θύμα μιας μοίρας πιο φρικτής" της κράζει η θεά.
Και η Ελένη δεν τολμά πια να αντισταθεί στη θεά και την ακολουθεί στο ανάκτορο, όπου βρισκόταν ο Πάρης. Εκεί μιλάει με περιφρόνηση στον εραστή της για την ήττα του. Ο γιος του Πριάμου προβάλλει διάφορες δικαιολογίες και μετέπειτα της λέει, " Έλα, άφησέ τα τώρα αυτά, τον έρωτά μας να χαρούμε. Ποτέ μου εγώ δεν ένιωσα τόσο μεγάλη
επιθυμία, μηδέ και τότε, που, βγαίνοντας από τη γελαστή τη Λακεδαίμονα κι αφού περάσαμε τη θάλασσα, δική μου σ' έκανα για πρώτη φορά, σ' εκείνο το νησάκι που το λένε Κρανάη. Σήμερα είμαι μεθυσμένος από μεγαλύτερο πόθο", είπε και στο κρεβάτι ξάπλωσε. Τον ακολούθησε η Ελένη, ώσπου ο ύπνος πήρε και τους δυο.
Η Ελένη, που η θέληση της Αφροδίτης έριξε στην αγκαλιά του Πάρη, μάταια προσπαθεί να απαλλαγεί από αυτόν. Και πάλι, παρά την επιθυμία της, οδηγείται από τη θεά στο πλευρό ενός άνδρα που δεν αντέχει αυτός τη σύγκριση με έναν σύζυγο που αυτή έχει προδώσει.