Cheap Web Hosting | Free Web Hosting | Dedicated Server | Windows Hosting | Free Web Space | Web Hosting | FrontPage | Business Web Hosting
cheap web hosting
Search the Web

 

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΑΡΠΑΓΗΣ

Η αρπαγή της Περσεφόνης από τον Άδη, θεό των υποχθονίων περιοχών, είναι ένας από τους πιο ονομαστούς μύθους της Ελλάδος. Ωστόσο, δεν τον συναντούμε μήτε στην "Ιλιάδα" μήτε στην "Οδύσσεια", αλλά αναφέρεται σ' αυτόν ένας από τους εκτενέστερους ομηρικούς ύμνους, όπου ο ποιητής του, που τον αφιερώνει στη Δήμητρα, παρουσιάζει τις διάφορες περιπέτειες του δράματος της αρπαγής. Παρουσιάζει προπάντων τις περιπλανήσεις της θεάς που αναζητάει την θυγατέρα της, τον ερχομό της στην Ελευσίνα στο σπίτι του Κελεού και της Μετάνειρας, τον αυτοεγκλεισμό της στο ιερό που της είχε αφιερωθεί στην πόλη εκείνη και τέλος τη συνδιαλλαγή της με τους Ολυμπίους, καθώς και την Περσεφόνη υπό όρους.

ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΡΠΑΓΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΣΕΦΟΝΗΣ

Στον "Ομηρικό ύμνο" τον αφιερωμένο στις συνθήκες αρπαγής της Περσεφόνης αναφέρεται πως ενώ η νεαρή θεά έπαιζε με τις θεοπαινίδες της στον κάμπο της Νύσας, ξαφνικά είδε μπροστά της έναν εκπληκτικά ωραία νάρκισσο. Την στιγμή που ήταν έτοιμη να κόψει το λουλούδι, άνοιξε η γη κι ο Άδης φανερώθηκε και άρπαξε, με τη συγκατάθεση του Διός, την κόρη της Δήμητρας, και στο σκοτεινό βασίλειό του την κατέβασε, παρά τις κραυγές και τις διαμαρτυρίες της νέας καθώς κι επικλήσεις προς την μητέρα της.
Παρ' ότι αυτός ο ομηρικός ύμνος τοποθετεί τη σκηνή της αρπαγής της Περσεφόνης στη Νύσα, άλλοι συγγραφείς αναφέρουν άλλες περιοχές για τον τόπο της αρπαγής. Μια από της πιο διαδεδομένες εκδοχές τοποθετούσε το γεγονός της αρπαγής στη Σικελία, στην πόλη Αίτνα. Ο Οβίδιος περιγράφει το μέρος και τις συνθήκες της αρπαγής, "υπάρχει ένα νησί που τρία ακρωτήριά του χώνονται βαθιά στη θάλασσα, γι' αυτό το λένε "Τρινακρία". Κι άρεσε τούτο το νησί στη Δήμητρα για διαμονή. Κι είχε η θεά πολλές πολιτείες εκεί, που ανάμεσά τους ξεχωρίζει η Αίτνα με τα χωράφια τα παχιά. Και κάποτε η Αρέθουσα η ψυχρή είχε καλέσει τις μητέρες των θεών σε ιερό συμπόσιο. Και πήγε και η Δήμητρα η ξανθή. Ενώ η κόρη της μαζί με τις φίλες της, τριγύρναγε ξυπόλυτη στα λιβάδια της περιοχής. Στο βάθος μιας σκιερής κοιλάδας υπάρχει ένα μέρος, όπου από ένα βράχο πέφτουν τα νερά σκορπίζοντας τριγύρω τους δροσιά. Κι όλα τα χρώματα του κόσμου έλαμπαν εκεί κι από χιλιάδες αστραφτερά λουλούδια ήταν στολισμένη η γη. Και βλέποντάς τα η Περσεφόνη, φώναξε, "Ελάτε, ελάτε εδώ κορίτσια λουλούδια να μαζέψουμε". Γοητευμένες οι κοπέλες ξεχνούν την κούραση και τρέχουν με χαρά να μαζέψουν λουλούδια. Η μια τα λουλούδια που μάζευε, τα βάζει στο καλάθι που είχε πλέξει στη στιγμή. Η άλλη στον κόρφο της τα βάζει, η άλλη παπαρούνες, υάκινθους η άλλη, και μερικές μαζεύανε αμάραντους και δεντρολίβανο, θυμάρι και άγρια ρόδα και χίλια αγριολούλουδα, που όνομα δεν έχουν.. Η Περσεφόνη προτιμούσε τον απαλό κρόκο και τα λευκά κρίνα. Και σκόρπιζαν οι νιές, λουλούδια ολοένα ψάχνοντας και ξεμάκραιναν από τη νεαρή κυρά, που την άφησαν, ανεπαίσθητα, μονάχη.. Κι ο θείος της Περσεφόνης μόνη σαν την είδε, έτρεξε αμέσως, την αρπάζει και στα γαλάζια του τα άτια την καθίζει. Και τα άτια του έτρεξαν να την πάνε στου Άδη το πικρό βασίλειο. "Μάνα μ' αρπάζουν", φώναξε κι έσκιζε τα φορέματά της. Μα ήταν πια αργά. Τα άλογα του Άδη, που βάδιζαν με κόπο ως τότε, καθώς θαμπώθηκαν από της μέρας το δυνατό φως, πετούσαν γοργά.. Μα οι νέες μάταια φώναζαν χαρούμενα από μακριά καθώς τα καλάθια τους ήταν γεμάτα από άνθη, "Περσεφόνη, έλα τα δώρα μας να πάρεις". Μα απάντηση δεν πήραν και γέμισαν ο κάμπος και τα όρη από τις σπαρακτικές κραυγές, καθώς απελπισμένες και στηθοκοπώντας οι τραγικές νέες έσυραν θρήνο που αντιλάλησαν τα βουνά. 

ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΚΥΑΝΗΣ

Σύμφωνα με τον "Ομηρικό Ύμνο" κανένας δεν αντιτάχθηκε στην αρπαγή της Περσεφόνης. Ο Οβίδιος όμως, αντίθετα, αναφέρει ότι "η Κυάνη (ή Κυανή), η περιφημότερη Νύμφη της Σικελίας επιχείρησε να μπει εμπόδιο στο δρόμο του άρπαγα, "δε θα κάνεις βήμα παρακάτω" του είπε. "Θες με το ζόρι να γίνεις της Δήμητρας ο γαμπρός. Έπρεπε την κόρη της να τη ζητήσεις κι όχι να την αρπάξεις ύπουλα.. Κι εμένα, αν επιτρέπεται την ταπεινότητά μου με το μεγαλείο σου να συγκρίνω, μ' αγάπησε ο 'Αναπης, μα έγινα γυναίκα του όταν με τα παρακάλια του μ' αφόπλισε κι όχι με απειλές." Έτσι είπε κι απλώνοντας τα χέρια έκοψε το δρόμο του στον Άδη. Κι αυτός, ο γιος του Κρόνου, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει την οργή του. Τα τρομερά του ΄τ' άτια χτύπησε και πέταξε με δυνατό χέρι το σκήπτρο του στη γη, που αμέσως σκίστηκε στα δυο και άνοιξε δρόμο ως τον Τάρταρο, αφήνοντας το άρμα του μέσα στην άβυσσο να περάσει. Η Κυανή θρηνεί της Περσεφόνης, της νέας θεάς, την αρπαγή, ως και την προσβολή που δέχτηκε η ίδια από τον Άδη, που βίασε τα νερά της. Και η μυστική κι αγιάτρευτη αυτή πληγή της την έκανε στο κλάμα να βουλιάξει κι έλιωνε λίγο λίγο μέσα στα νερά, κλαίγοντας ολοένα, σταγόνα τη σταγόνα μέσα στα δικά της τα νερά, που ήταν ως τότε η θεά προστάτιδά τους. Και έλιωναν, μαλάκωναν τα μέλη της, τα κόκκαλά της γίνονταν ευλύγιστα, τα νύχια της έχαναν τη σκληρότητά τους και γίνονταν νερό τα μέλη της τα μαλακά και πρώτα τα γαλάζια της μαλλιά, τα δάκτυλα, οι κνήμες, τα πόδια, όλα μεταμορφώνονταν σε γρήγορο παγωμένο κύμα. Ύστερα έλιωσαν οι πλάτες και οι ώμοι της και σαν ρυάκια κύλησαν, καθώς και τα πλευρά της και τα στήθια. Και τέλος, αίμα πια δεν έτρεχε στις φλέβες της τις μεταμορφωμένες και τίποτα από την Κυάνη στερεό πια δεν απόμεινε, που να μπορεί να το πιάσει χέρι".
Σύμφωνα με άλλες παραδόσεις, η αρπαγή της Περσεφόνης έγινε στην Αττική είτε κοντά στην Ελευσίνα είτε κοντά στον Κολωνό. Οι κάτοικοι πάλι της Ερμιόνης, στην Αργολίδα, ισχυρίζονταν πως είχε διαπράξει το εγκληματικό του κατόρθωμα κοντά στην πόλη τους. Μα και οι Φενεάτες πρόβαλλαν τον ίδιο ισχυρισμό. Άλλες εκδοχές τοποθετούσαν τη σκηνή της αρπαγής στην Κρήτη, σ' εκείνο το νησί που έπαιζε πάντα σπουδαίο ρόλο στην Ελληνική μυθολογία.

Η ΔΗΜΗΤΡΑ ΑΝΑΖΗΤΑ ΤΗΝ ΚΟΡΗ ΤΗΣ. Η ΑΦΙΞΗ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΣΙΝΑ

Η Δήμητρα δεν γνώριζε τίποτα για την αρπαγή. Μονάχα έφτασαν στα αυτιά της οι τελευταίοι απόηχοι από τις κραυγές της κόρης της. "Και τότε" λέει ο ποιητής, "μια λύση αβάσταγη ραγίζει την καρδιά της, ξεσκίζει αμέσως τις κορδέλες που είχε στα μαλλιά, ρίχνει μαύρο πέπλο και σαν πουλί πετάει και τρέχει πάνω στη γη, πάνω στα κύματα, την κόρη της παντού αναζητώντας. Αλλά κανένας δεν ήθελα να της πει την αλήθεια. Κανένα αξιόπιστο σημάδι δεν βρίσκονταν μπροστά της, μήτε οιωνοσκόπος μήτε μαντατοφόρος πια. Εννιά ολόκληρες μέρες, η σεβαστή θεά Δήμητρα, τρέχει εδώ κι εκεί, πυρσούς κρατώντας αναμμένους η βαριοπληγωμένη. Κι από τη μεγάλη λύπη της τίποτα δεν έβαλε στο στόμα, μηδέ αμβροσία μηδέ νέκταρ μηδέ κι ελούστη στο λουτρό της. Την δέκατη μέρα συναντάει την Εκάτη, που την οδήγησε στον Ήλιο, το μόνο ικανό να την πληροφορήσει για την τύχη της Περσεφόνης. Στις ερωτήσεις της ο Ήλιος της απαντάει, "νιώθω την θλίψη σου για τη χαριτωμένη κόρη σου. Άλλος κανένας δεν ευθύνεται παρά ο Δίας. Αυτός την παραχώρησε στον αδελφό του Άδη, γυναίκα του να την πάρει. Την άρπαξε λοιπόν ο Άδης, την έβαλε στο άρμα του, παρά τις τόσες κραυγές της και την πήγε κάτω, στο βαθύτατο το Έρεβος. Αλλά, θεά, πάψε να κλαις και δε σου πάει αυτή η άσκοπη κι ανίσχυρη οργή. Κι ύστερα ο Άδης δεν είναι κανένας παρακατιανός θεός κι είναι άξιος πολύ να γίνει γαμπρός σου. Στο κάτω κάτω σου είναι κι αδελφός".
Μα δεν προκάλεσαν κανένα αποτέλεσμα οι παρήγοροι λόγοι του Ηλίου. Η Δήμητρα εγκαταλείπει τον Όλυμπο και "κατέφυγε στις πολιτείες των ανθρώπων και στις καλλιεργημένες περιοχές. Για πολύν καιρό έκρυβε την ομορφιά της και δεν την αναγνώριζε κανείς, μήτε άνδρας μήτε και γυναίκα, μέχρι τη μέρα που έφτασε στου συνετού Κελεού, της μυρωμένης Ελευσίνας βασιλιά, το μεγαλόπρεπο παλάτι. Εκεί, ενώ κάθονταν κοντά στο Παρθένιο πηγάδι, είδε να πλησιάζουν οι τέσσερις κόρες του Κελεού, η Καλλιδίκη, η Κλησιδίκη, η Δημώ και η Καλλοθόη που ερχόντουσαν ν' αντλήσουν νερό. Οι νέες κοπέλες ρώτησαν τη θεά τι της συμβαίνει και την κάλεσαν να μπει στην πατρική τους στέγη. Η θεά τους είπε πως την είχαν απαγάγει πειρατές από την πατρίδα της την Κρήτη και πως απόδρασε από αυτούς και τριγυρνάει τώρα εδώ κι εκεί. Και προσφέρθηκε να εργαστεί, "μπορώ να φροντίσω ένα νεογέννητο παιδί" τους είπε, "και να ετοιμάζω την τροφή του. Μπορώ επίσης να φυλάω το σπίτι, να στρώνω τα κρεβάτια και να διαβάζω εγώ τους δούλους τις δουλειές που ταιριάζουν σ' αυτούς". Τότε μια από τις κόρες, η Καλλιδίκη, παρθένα περήφανη κι αγνή, στην ξένη είπε, ποιοι ήταν οι γονείς της και πως είχε μικρότερο από αυτήν και τις αδελφές της αδελφό, των γηρατειών καρπό, που θα ήθελε πολύ να δέχονταν οι γονείς να αναλάβει η ξένη του αδελφού της την ανατροφή. Και σαν ρωτήθηκε η Μετάνειρα, σύζυγος του Κελεού, γι' αυτό, με προθυμία δέχτηκε. Πήγαν λοιπόν στο σπίτι κι όταν η θεά πέρασε το κατώφλι σκόρπισε στις πύλες λάμψη θεϊκή. Σεβασμός, θαυμασμός και τρόμος ελαφρός γέμισαν την ψυχή της Μετάνειρας. Σηκώθηκε από το θρόνο της και κάλεσε τη θεά να καθίσει εκεί".

ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΑΙ ΙΑΜΒΗ

Ο ποιητής του "Ομηρικού Ύμνου" συνεχίζει, "η Δήμητρα, αφού αρνήθηκε να καθήσει στο θρόνο της Μετάνειρας, έμεινε όρθια, σιωπηλή, με μάτια χαμηλωμένα, ωσότου η συνετή Ιάμβη της πρόσφερε ένα κάθισμα, σκεπασμένο με λευκό κάλυμμα. Η θεά αφού κάθησε, άνοιξε το πέπλο της κι έστεκε θλιμμένη, ακίνητη, σιωπηλή, χωρίς να πει λέξη, χωρίς κανένα χαμόγελο. Δεν άγγιξε τα φαγητά μήτε έβρεξε με νερό τα χείλη της. Με βαριά καρδιά για το χαμό της κόρης της καθόταν, ώσπου η Ιάμβη η συνετή, που έμελλε πολύ να της αρέσει για την καλή της καρδιά, έκανε τόσα κωμικά που τη σεβάσμια θεά κατάφερε να αλλάξει διάθεση και ύφος και να γελάσει ύστερα και τέλος να νιώσει εύθυμη την καρδιά της".
Σύμφωνα με κάποια εκδοχή, η Ιάμβη ήταν θυγατέρα του Πάνα και της Νύμφης Ηχώς. Κι από τους στίχους που τραγουδούσε στη Δήμητρα προήλθε το ιαμβικό μέτρο. 

Η ΔΗΜΗΤΡΑ ΤΡΟΦΟΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΦΟΝΤΑ

Ο ποιητής του "Ομηρικού ύμνου" συνεχίζει πως μετά την αποδοχή της Μετάνειρας ν' αναλάβει η θεά Δήμητρα την ανατροφή του μικρού Δημοφόντα το "πριγκιπόπουλο μεγάλωνε όμοιος με θεό, δίχως να θηλάζει, δίχως να παίρνει άλλη τροφή. Η Δήμητρα τον άλειφε με αμβροσία και, κρατώντας τον στην αγκαλιά της, φυσούσε απαλά επάνω του. Την νύχτα τον σκέπαζε με της φωτιάς τη δύναμη, ωσάν πυρσό αναμμένο, δίχως να το ξέρουν οι γονείς του. Γι' αυτούς ότι το παιδί μεγάλωνε, γινόταν ρωμαλέο κι όμοιο με θεό ήταν μεγάλο θαύμα. Και θα το έκανε η θεά άτρωτο από τη δυστυχία και το θάνατο, αν και της Μετάνειρας ανοησία δε μεσολαβούσε. Μια νύχτα από το μυρωμένο της δωμάτιο κοίταξε και είδε, και μόλις είδε έμπηξε μια δυνατή κραυγή κι από το φόβο για το γιο της διέπραξε τεράστιο λάθος". Πραγματικά, θύμωσε η θεά και με τ' αθάνατά της χέρια τράβηξε τη φωτιά από το αγαπημένο παιδί της Μετάνειρας. Άφησε ύστερα στο έδαφος τον Δημοφόντα και είπε "τούτο το παιδί θα το έκανα άτρωτο από τα γηρατειά και το θάνατο, θα το ανύψωνα στις άφθαστες τιμές. Τώρα είναι αδύνατο να το γλιτώσω από το θάνατο και τις Μοίρες".

Η ΕΚΔΟΧΗ ΤΟΥ ΟΒΙΔΙΟΥ

Ο ποιητής των "Μεταμορφώσεων" διηγείται κάπως διαφορετικά το μύθο της αφίξεως της Δήμητρας στο ανάκτορο του Κελεού και την διαμονή της στην Ελευσίνα. Μας παρουσιάζει ένα γέροντα που κουβαλάει στην καλύβα του βαλανίδια, βατόμουρα και ξερά ξύλα για το τζάκι του. Προηγείται η νεαρή του κόρη με δυο κατσίκες. Ο γέρος είχε ακόμα ένα παιδί, μικρό, "άρρωστο, στην κούνια του". "Μητέρα", είπε η νέα (και της θεάς σκίρτησε η καρδιά στο άκουσμα αυτής της λέξης), "που πας σ' αυτή την ερημιά δίχως οδηγό κανένα;" Κι ο γέροντας σταμάτησε, παρόλο το βαρύ φορτίο που κουβαλούσε και παρακάλεσε την ξένη να δεχτεί τη φιλοξενία του στη φτωχική του καλύβα. Η θεά Δήμητρα είχε μεταμφιεστεί σε γριά, με μια μαντίλα, που έκρυβε τα μαλλιά της. Η θεά αρνείται, όμως ο γέροντας επιμένει. "Άμποτε να ζήσεις χρόνια πολλά, να χαίρεσαι τα παιδιά σου και να σε κράζουνε πατέρα. Εγώ έχασα το παιδί μου. Πόσο καλύτερη είναι η τύχη σου από τη δική μου".
Έτσι είπε και μια διάφανη σταγόνα, όμοια με δάκρυ (επειδή δε χύνουν οι θεοί ποτέ τους δάκρυα) στο πονεμένο στήθος της θεάς έπεσε. Η νέα κι ο γέρος συγκινήθηκαν κι έκλαψαν κι αυτοί και της απάντησε ο έντιμος γέρος, "μακάρι να μη χάθηκε για σένα το παιδί που σου αρπάξανε. Μα σήκω, και καταδέξου στη φτωχική καλύβα μου να μπεις". Κι είπε η θεά, "λοιπόν οδήγησέ με, αφού εσύ βρήκες τα λόγια που θα μπορούσαν να με πείσουν". Σηκώθηκε τότε η Δήμητρα από το μεγάλο λιθάρι όπου καθόταν και τον γέρο ακολούθησε. Στο δρόμο που πήγαιναν, ο γέροντας της λέει ότι έχει το παιδί του άρρωστο, ότι πολύ υποφέρει από τους πόνους και δεν μπορεί να κοιμηθεί όλη νύχτα. πριν λοιπόν μπουν στο φτωχικό του η Δήμητρα έκοψε μια παπαρούνα, που φέρνει ύπνο. Όμως κόβοντάς τη, λέει ο μύθος, από απροσεξία την έβαλε στο στόμα της και τερμάτισε άθελά της την αποχή της από την τροφή. Κι επειδή αυτό το έκανε σαν έπεφτε η νύχτα, οι μυημένοι στα Μυστήρια δεν άγγιζαν τροφή παρά την ώρα που παρουσιάζονταν τ' αστέρια. 
Ο Οβίδιος μας λέει, " Μόλις η θεά Δήμητρα πέρασε το κατώφλι της καλύβας, είδε παντού την εικόνα του πόνου, γιατί δεν είχαν καμιά ελπίδα σωτηρίας του παιδιού. Χαιρέτησε η θεά τη Μετάνειρα (έτσι έλεγαν τη μητέρα) κι άγγιξε με τα χείλη της τα χείλη του παιδιού. Και μονομιάς η χλωμάδα χάθηκε και νέα δύναμη ζωντάνεψε το εξαντλημένο σώμα (τόση ζωτικότητα υπάρχει στην πνοή των αθανάτων). Όλη η οικογένεια γέμιζε από χαρά. Κι ήρθε σε λίγο του δείπνου η ώρα. Ξινόγαλο, φρούτα και μέλι ολόχρυσο στις μαλακές κηρήθρες. Όμως η Δήμητρα η δυνατή δεν έβαλε μπουκιά στο στόμα της. Μονάχα γάλα ζέστανε κι έβαλε χυμό της παπαρούνας μέσα κι έδωσε στο παιδί να πιει για να το πάρει ο ύπνος. Και σαν κοιμήθηκαν όλοι και η σιωπή του ύπνου παντού βασίλευε, πήρε στην αγκαλιά της η θεά τον Τριπτόλεμο κι άρχισε με το απαλό και θεϊκό της χέρι να τον χαϊδεύει τρεις φορές και τρεις φορές να λέει τα μαγικά της λόγια, που το στόμα κανενός θνητού δεν θα μπορούσε να προφέρει. Έπειτα πήρε το παιδί, πλησίασε στο τζάκι και το έβαλε στη φωτιά σκεπάζοντάς το με αναμμένα κάρβουνα για να καθαρίσουν οι φλόγες τη φλούδα του θνητού του κορμιού. Εκείνη τη στιγμή ξυπνάει η μάνα, αλαφιασμένη και τυφλωμένη από τη στοργή της φωνάζει έξαλλη, "Τι κάνεις;", κι αρπάζει μέσα από τις φλόγες το κορμί του παιδιού της. Τότε η θεά της λέει "από την πολλή αγάπη σου για το παιδί, μαλθακά τα φυσικά του μέλη έγιναν κι ο μητρικός σου φόβος έσβησε κάθε καλή μου πράξη. Τώρα ο γιος σου θνητός θα μείνει, μα στους ανθρώπους θα είναι πρώτος. Βαθιά θα οργώνει, θα σπέρνει και θα είναι πλούσια πληρωμή των κόπων του τα πλούσια στάχυα από τα χωράφια που θα θερίζει".

Συνέχεια