|
|||||||
|
|
|
|||||
|
|
|||||||
|
|
|
ΔΙΟΝΥΣΟΣ ΚΑΙ ΙΚΑΡΙΟΣ |
Ο μύθος του Ικάριου παρουσιάζει την εισαγωγή της καλλιέργειας του αμπελιού στην Αττική. Ο δήμος της Ικαρίας, σε μια από τις πιο καρπερές περιοχές του τόπου, στους πρόποδες του Πεντελικού, που και σήμερα ακόμα έχει το χαρακτηριστικό όνομα "Διόνυσος", είχε τον Ικάριο για βασιλιά, που η γυναίκα του Φανοθέα εφεύρε, καθώς έλεγαν, τον εξάμετρο στίχο. Όταν ο Διόνυσος ήρθε σ' αυτό το μέρος έγινε δεκτός από το βασιλιά με πολλές τιμές και για να τον ευχαριστήσει του έμαθε την τέχνη πως να φτιάχνει κρασί. Συνάμα ο θεός συμβούλεψε τον Ικάριο να κρύψει καλά τους ασκούς με το πολύτιμο υγρό για να αποφύγει μεγάλες συμφορές και για τον εαυτό του και για τους δικούς του. Όμως ο Ικάριος παραμέλησε αυτές τις συμβουλές και κάποιοι βοσκοί βρήκαν τ' ασκιά με το κρασί, ήπιαν πάρα πολύ και μέθυσαν και μέσα στο μεθύσι τους
προβήκανε στις χειρότερες βιαιότητες.
Το πρώτο θύμα υπήρξε ο Ικάριος. Τον σκότωσαν και έριξαν το πτώμα του στην πηγή Άνυγρη, που τη σκέπασαν ύστερα με πέτρες. Η κόρη του βασιλιά, η Ηριγόνη, έτρεξε παντού αναζητώντας τον πατέρα της και τέλος ανακάλυψε το πτώμα του χάρη στη σκύλα της τη Μαίρα κι από την απελπισία της κρεμάστηκε από το δέντρο που από κάτω είχαν θάψει τον πατέρα της. Η Ηριγόνη, ο πατέρας της κι η σκύλα Μαίρα τοποθετήθηκαν ανάμεσα στους αστερισμούς είτε από τον Δία είτε από τον Διόνυσο.
Αναφέρονται κι άλλοι θνητοί που ευεργετήθηκαν από τον Διόνυσο. Ο βασιλιάς ο Μίδας κι ο Λάκωνας ο Δίων. Ο Μίδας είχε αιχμαλωτίσει έναν από τους συντρόφους του θεού του κρασιού, το γέρο Σειληνό. Ο Διόνυσος πάει και τον βρίσκει και, σε αντάλλαγμα για την ελευθερία του Σειληνού, χαρίζει στον Μίδα την ικανότητα να μεταβάλλει σε χρυσάφι ότι αγγίζει. Από την περιπέτεια του Δίωνα, γνωρίζουμε μονάχα πως ο Διόνυσος, που ο Δίωνας φιλοξένησε, ξελόγιασε την κόρη του Καρυά, που μετά το θάνατό της τη μεταμόρφωσε σε δέντρο, την καρυδιά.
|
ΔΙΟΝΥΣΟΣ ΚΑΙ ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ |
Από τον κύκλο των μύθων που παρουσιάζουν τον Διόνυσο ν' αγωνίζεται κατά των θνητών που τον κατάτρεχαν σημαντικότερος είναι ο μύθος του Λυκούργου. Ο τόπος που διαδραματίζονται τα γεγονότα είναι η Θράκη. Ο Όμηρος μας τα περιγράφει στην "Ιλιάδα", "ο ίδιος ο γιος του Δρύαντα, ο δυνατός Λυκούργος, δεν έζησε πολύν καιρό, αυτός που τους θεούς του ουρανού τους πολεμούσε. Μια μέρα που ο Διόνυσος ήταν παραδομένος στην παράφορη έκστασή του, ο Λυκούργος κυνήγησε πάνω στης Νύσας το ιερό βουνό τις Νύμφες που το θεό ανάτρεφαν. Από το βούκεντρο του αντρόφονου Λυκούργου οι Νύμφες χτυπημένες άφησαν να πέσουν κάτω οι θύρσοι τους και ο Διόνυσος ρίχνεται στη θάλασσα τρομαγμένος κι εκεί τον παίρνει στην αγκάλη της η Θέτιδα, ενώ εκείνος από τον φόβο τρέμει. Όμως οργίστηκαν με τον Λυκούργο οι μακάριοι θεοί κι ο γιος του Κρόνου του στερεί το φως των ματιών του. Και λίγη του απόμεινε ζωή καθώς όλοι οι αθάνατοι θεοί τον μισούσαν".
Σύμφωνα με αυτή την αφήγηση, το περιστατικό θα είχε συμβεί στην παιδική ηλικία του Διονύσου που ο θεός πήγαινε στις Ινδίες. Έτσι τουλάχιστον μας αφηγείται ο Απολλόδωρος ο Αθηναίος, "ο Λυκούργος, ο γιος του Δρύαντα και βασιλιάς των Ηδωνών, που κατοικούν κοντά στον ποταμό Στρυμώνα, ήταν ο πρώτος που έδιωξε από την χώρα του τον Διόνυσο, αφού τον είχε βρίσει. Ο Διόνυσος κατέφυγε στη θάλασσα, κοντά στη Θέτιδα, την κόρη του Νηρέα. Κι αιχμαλωτίστηκαν οι Βάκχες και οι Σάτυροι που τον ακολουθούσαν. Ωστόσο, οι Βάκχες αναπάντεχα ελευθερώθηκαν, γιατί ο Διόνυσος έκανε τον Λυκούργο μανιακό, τον έκανε να χάσει τα λογικά του και να σκοτώσει μέσα στην
τρέλα του με μια τσεκουριά τον ίδιο του τον γιο, τον Δρύαντα, νομίζοντας πως είναι κλήμα. Και μονάχα σαν έκοψε τις άκρες των ποδιών και των χεριών του γιου του, ξαναβρήκε ο Λυκούργος τα λογικά του. Αλλά έμεινε στέρφα η γη κι είπε ο θεός πως δε θα ξαναγίνονταν καρπερή, αν δεν σκότωναν τον Λυκούργο. Σαν το έμαθαν οι Ηδωνοί, έδεσαν τον βασιλιά, τον πήγαν στο βουνό Παγγαίο κι εκεί τον
διαμέλισαν, αφού τον έδεσαν σε δυο άλογα, σύμφωνα με την προσταγή του Διονύσου".
Ο Υγίνος αναφέρει μιαν άλλη εκδοχή του μύθου του Λυκούργου που διαφέρει σημαντικά από του Απολλόδωρου του Αθηναίου. Σύμφωνα μ' αυτή ο βασιλιάς της Θράκης, μέσα στο θυμό του κατά του Διονύσου, θέλει την ίδια του τη μάνα να κακοποιήσει και να ξεριζώσει από παντού τα αμπέλια που βρίσκονται μέσα στο βασίλειό του. Τότε ο θεός του πήρε τα λογικά. Ο Λυκούργος σκοτώνει τη μητέρα και το γιο του και κόβει το ένα του πόδι με μια τσεκουριά, νομίζοντας πως είναι κλήμα από
το αμπέλι. Κι ύστερα γκρεμίζεται από την κορυφή της Ροδόπης και τον κατασπαράζουν πάνθηρες.
Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης παρουσιάζει τον Διόνυσο να έρχεται στη χώρα του Λυκούργου, ύστερα από την επιστροφή του από το θριαμβευτικό ταξίδι του στις Ινδίες. Είχε αφήσει ο θεός στην άλλη όχθη του Ελλήσποντου τη μεγάλη συνοδεία του και πάει στο παλάτι του Λυκούργου, που του δηλώθηκε ως σύμμαχος με μόνη συντροφιά του τις Μαινάδες. Της Θράκης όμως ο βασιλιάς
σχεδίαζε να σφάξει το φιλοξενούμενό του μέσα στη νύχτα, αλλά η συνομωσία ξεσκεπάζεται και ο Διόνυσος καταφέρνει να φύγει στην άλλη όχθη του στενού, ενώ οι Μαινάδες κρύβονταν στο βουνό, Νύσα. Ο Διόνυσος επιστρέφει σε λίγο με ενισχυμένες τις δυνάμεις της ακολουθίας του, κατατροπώνει τον εχθρό, αιχμαλωτίζει τον Λυκούργο κι αφού τον είχε υποβάλει στα
φριχτότερα βασανιστήρια και τον είχε τυφλώσει, τον θανατώνει με σταύρωση.
Ο μύθος του Λυκούργου μπορεί να συνδεθεί και με το μύθο που αφορά τον αδελφό του τον Βούτη. Αφού ο Βούτης, μετά τον θάνατο του Λυκούργου, έγινε ο βασιλιάς των Θρακών, οδήγησε στη Νάξο αποίκους και ίδρυσε εκεί μια αποικία. Για να αποκτήσουν γυναίκες, ο Βούτης και οι πολεμιστές του έκαναν επιδρομή στα παράλια της Θεσσαλίας, τις μέρες ακριβώς που τελούσαν προς τιμή του Διονύσου γιορτές. Κι όρμησαν κατά των Μαινάδων και τις άρπαξαν. Μα επεμβαίνει ο Διόνυσος κι ο Βούτης τρελαίνεται και πέφτει σε ένα πηγάδι.
|
ΔΙΟΝΥΣΟΣ ΚΑΙ ΠΕΝΘΕΑΣ |
Ο πιο παραδεκτός μύθος για τη γέννηση του Διονύσου είναι εκείνος που τοποθετεί το γεγονός της γέννησης του θεού στη Θήβα. Αλλά κι εκεί ακόμα, μετά την επιστροφή του από την Ασία, ο Διόνυσος συνάντησε λυσσαλέο εχθρό στο πρόσωπο του Πενθέα, γιου του Εχίονα, ενός από τους Σπαρτούς -δηλαδή εκείνους που είχαν γεννηθεί από τα δόντια του δράκοντα- και της Αγαύης, κόρης του Κάδμου και αδελφής της Σεμέλης. Οργισμένος από το θέαμα των γυναικών της Θήβας που έτρεχαν ομαδικά στις οργιαστικές τελετές του Κιθαιρώνα, ο Πενθέας πάει κι αυτός και κρύβεται με τη σειρά του στο βουνό, μέσα σε ένα θάμνο ή κατ' άλλη εκδοχή μέσα στα κλαδιά ενός πεύκου. Όμως δεν αργούν να ανακαλύψουν την κρυψώνα του και οι Μαινάδες μέσα στο παραλήρημα και την παραφορά τους, ορμούν ενάντια στον παρείσακτο. Πιο λυσσασμένη από όλες είναι η ίδια η μητέρα του, η Αγαύη, που τον πέρασε για άγριο ζώο. Και οι μαινόμενες γυναίκες τον δύστυχο Πενθέα κυριολεκτικά τον κομματιάζουν. Έπειτα από αυτό, οι γυναίκες των Θηβών, σύμφωνα με χρησμό της Πυθίας πήγαν και απόδωσαν στον Πενθέα , θεϊκές τιμές, στον ίδιο θάμνο που του είχε χρησιμεύσει για κρυψώνα.
|
ΜΙΝΥΑΔΕΣ |
Στον Ορχομενό, οι τρεις κόρες του βασιλιά Μινύα, η Λευκίππη, η Αρσίππη και η Αλκαθόη, επισύρουν την οργή του Διονύσου, επειδή αρνήθηκαν να συμμετάσχουν μαζί με τις άλλες γυναίκες στις λατρευτικές γιορτές προς τιμή του. Ο Διόνυσος μεταχειρίζεται όλα τα μέσα για να τις μεταπείσει. Παρουσιάζεται σ' αυτές πρώτα με τη μορφή νεαρής κοπέλας. Μα σαν κατάλαβε πως ο καλός τρόπος δεν έφερνε αποτέλεσμα, κατέφυγε στην τρομοκρατία και μεταμορφώθηκε διαδοχικά σε ταύρο, σε λιοντάρι, σε πάνθηρα. Όμως οι Μινυάδες ήταν ακλόνητες. Κι έτσι ο Διόνυσος τις έκανε να παραφρονήσουν. Η Λευκίππη, τρελή πια, σκοτώνει το γιο της Ίππασο. Ύστερα ο Ερμής μεταμορφώνει τις τρεις αδελφές, τη μια σε νυχτερίδα, τη δεύτερη σε γλαύκα και την τρίτη σε γιδοβυζάστρα.
Και η περιπέτεια των Προιτιδών, Λυσίππης και Ιφιάνασσας, θυγατέρες του Προίτου πρέπει να καταταχτεί στην ίδια κατηγορία. Οι κόρες αυτές του βασιλιά της Τίρυνθας αρνήθηκαν με αγανάκτηση να πάρουν μέρος στις γιορτές προς τιμή του Διονύσου. Χάνουν τα λογικά τους και τρέχουν εδώ κι εκεί στην εξοχή
μουγκανίζοντας σαν αγελάδες. Η τρέλα τους γίνεται μεταδοτική και όλες οι γυναίκες της Τίρυνθας τις ακολουθούν στις περιπλανήσεις τους. Έντρομος ο Προίτος απευθύνεται στο μάντη Μελάμποδα που δέχεται να γιατρέψει τις τρελές, αν του παραχωρήσει ο πατέρας τους το ένα τρίτο από το βασίλειό του. Η απαίτηση αυτή εκνευρίζει τον Προίτο, μα ο Μελάμποδας δεν κάνει την παραμικρότερη παραχώρηση, κι απεναντίας, σ' ένα δεύτερο διάβημα του Προίτου, αυξάνει τις απαιτήσεις του. Κι ο δύστυχος πατέρας αναγκάζεται να δεχτεί. Και τότε ο μάντης αρχίζει να κυνηγά τις άτυχες νεαρές κοπέλες με τη συνοδεία νέων που μπήγουν κάθε τόσο άγριες κραυγές. Μόνο κοντά στη Σικυώνα καταφέρνει ο Μελάμποδας να φτάσει τη Λυσίππη και την Ιφιάνασσα. Τις υποβάλλει σε καθαρμό και παίρνει γυναίκα του τη μια, ενώ η άλλη παντρεύεται τον αδελφό του Βίαντα.
|
Ο ΔΙΟΝΥΣΟΣ ΣΤΗ ΝΑΞΟ |
Οι Νάξιοι ισχυρίζονταν ότι ο Διόνυσος γεννήθηκε στο νησί τους. Πολλές περιπέτειες που κατέχουν σημαντική θέση στη μυθολογική ιστορία του γιου του Διός διαδραματίστηκαν στη Νάξο. Σπουδαιότερη περιπέτεια είναι η απαγωγή του θεού από Τυρρηνούς πειρατές κατά τη μετάβασή του στη Νάξο. Βρίσκουμε την αφήγησή της σ' έναν από τους Ομηρικούς ύμνους "υμνώντας τον Διόνυσο, το γιο της ξακουστής Σεμέλης, θα αφηγηθώ το πως παρουσιάστηκε μια μέρα στην άκρη της αστείρευτης θάλασσας, εκεί που χώνεται μέσα στα νερά της ένας κάβος, όμοιος με έναν έφηβο στο άνθος της ηλικίας, με τα ωραία του μαύρα μαλλιά πάνω στους γερούς του ώμους να ανεμίζουν, που πορφυρός τους σκέπαζε μανδύας. Ξάφνου, σιμώνουν άνθρωποι γοργά, Τυρρηνοί πειρατές, μέσα σε ένα όμορφο καράβι, τα ζοφερά κύματα σκίζοντας. Μοίρα κακή τους φέρνει. Είδαν το θεό, κάνουν νοήματα ο ένας στον άλλον, πηδάνε στη στεριά, αμέσως τον αρπάζουν, τον μεταφέρουν στο καράβι τους κι αναγαλλιάζει η καρδιά τους. Για κάποιον από τους βασιλιάδες ή βασιλιά παιδί τον νόμισαν, από όσους χάρη στον Δία ζουν και θέλησαν να του περάσουν βαριά δεσμά. Μα τα δεσμά από τα χέρια και τα πόδια του θεού πέφτουν, που κάθεται ελεύθερος με γαλαστά τα μαύρα μάτια του. Ο τιμονιέρης που το πρόσεξε γυρίζει στους συντρόφους του και λέει "δύστυχοι ποιός είναι αυτός που αρπάξατε και θέλετε να τον δέσετε; Ποιός είναι αυτός ο δυνατός θεός; Είναι το καράβι μας γερό, μα δεν μπορεί να τον κρατήσει. Γιατί είναι ο Δίας ή ο Απόλλωνας με το ασημένιο τόξο ή πάλι ο Ποσειδώνας, αφού δε μοιάζει με θνητό αλλά με έναν από τους θεούς που κατοικούν στου Ολύμπου τα παλάτια. Εμπρός λοιπόν ας τον βγάλουμε αμέσως στη στεριά και μην απλώστε χέρι επάνω του μην τύχει από το θυμό του και ξεσηκώσει δυνατούς ανέμους και μεγάλη θαλασσοταραχή" είπε, κι ο καπετάνιος του μίλησε σκληρά "κακόμοιρε, κοίτα να πιάσουμε τον άνεμο, τέντωσε τα πανιά στα ξάρτια. Όσο γι' αυτόν δικιά μας είναι δουλειά, θα δούμε τι θα τον κάνουμε. Ελπίζω να φτάσει ζωντανός στην Αίγυπτο ή την Κρήτη ή και στους Υπερβόρειους κι ακόμα πιο μακριά και στο τέλος θα μας πει που είναι οι δικοί του και τα πλούτη του και οι γονιοί του, αφού έτσι ήθελαν οι θεοί στα χέρια μας να πέσει". Και λέγοντας αυτά σήκωσε τα πανιά, ο άνεμος τα φούσκωσε, με όλα τα ξάρτια τεντωμένα. Όμως την ίδια στιγμή, θαύματα ξετυλίγονται μπροστά τους. Πλάι στο γρήγορο καράβι τους κύματα από γλυκό κρασί κυλούν κοχλάζοντας, θεϊκιά ευωδία σκορπώντας. Κατάπληκτοι μένουν οι ναύτες μπροστά σ' αυτό το θέαμα, ενώ βλέπουν να σκαρφαλώνει ίσα με την κορυφή του καταρτιού ένα κλήμα, που πέταγε δεξιά και αριστερά κλωνιά με πολλά τσαμπιά, σταφύλια φορτωμένα και γύρω στο άλμπουρο ολάνθιστος κισσός να τυλίγεται με σκούρα φυλλωσιά κι όλοι οι σκαρμοί της κουπαστής να έχουν στεφάνια".
"Μπροστά σ' αυτό το θέαμα φωνάζουν τον τιμονιέρη οι ναύτες να τους βγάλει στην στεριά. Μα ο θεός μεταμορφώνεται σε λιοντάρι , ένα λιοντάρι που στεκόταν στην πλώρη και
βρυχιόταν άγρια. Δίνοντας ο θεός σημάδια της δύναμής του κάνει να παρουσιαστεί καταμεσής του καραβιού μια αρκούδα με μαλλιαρό λαιμό, που στεκόταν στα πισινά της πόδια αγριεμένη, ενώ στην πέρα άκρη της κουπαστής το λιοντάρι πετούσε τρομακτικές ματιές. Οι ναύτες καταφεύγουν στην πρύμνη τρομαγμένοι, κοντά στο συνετό τιμονιέρη. Ξαφνικά
χιμάει κι αδράχνει τον καπετάνιο. Οι άλλοι βλέποντας αυτό και τη σκληρή τη μοίρα για να αποφύγουν ρίχνονται όλοι μαζί στη θεϊκή θάλασσα και γίνονται δελφίνια. Ο Διόνυσος όμως τον τιμονιέρη λυπήθηκε, τον έσωσε, τον σφίγγει στην καρδιά του και του λέει. "Να μη
φοβάσαι, καλέ μου τιμονιέρη εσύ, σ' αγάπησε η καρδιά μου. Είμαι ο θεός Διόνυσος, ο ξακουστός, που τον γέννησε η Σεμέλη, η θυγατέρα του Κάδμου, ερωτικά ενωμένη με τον Δία".
|
ΔΙΟΝΥΣΟΣ ΚΑΙ ΑΡΙΑΔΝΗ |
Στη Νάξο διαδραματίστηκε η περιπέτεια του Διονύσου με την Αριάδνη, την κόρη του Μίνωα.
Σύμφωνα με ένα μύθο πολύ διαδεδομένο στην Αθήνα, ο Θησέας εγκατέλειψε την ερωμένη του ύστερα από απειλές του θεού Διονύσου, που είχε παρουσιαστεί στον ύπνο του. Είδε ο θεός την Αριάδνη να κοιμάται στην ακρογιαλιά, την ερωτεύτηκε και την έκανε γυναίκα του. Έπειτα ανέβηκαν κι οι δυο στο βουνό Δρίο κι εξαφανίστηκαν για πάντα. Έλεγαν πως ο Διόνυσος έδωσε γαμήλιο δώρο στην Αριάδνη ένα χρυσό στέμμα θαυμαστό, με πολύτιμα πετράδια στολισμένο από τις Ινδίες, που από το εργαστήρι του Ηφαίστου είχε βγει και που τοποθετήθηκε αργότερα ανάμεσα στα αστέρια. Ο Δίας παραχώρησε στου γιου του τη γυναίκα την αθανασία. Αυτό όμως δεν εμπόδιζε τους Αργείους να επιδείχνουν μέσα στο ναό του Διονύσου τον τάφο της Αριάδνης.
Διαφορετική είναι μια άλλη εκδοχή που αναφέρεται στην "Οδύσσεια". Μιλάει για "την ωραία Αριάδνη, θυγατέρα του σκληρού Μίνωα, που τα παλιά τα χρόνια ο Θησέας γυρίζοντας από την Κρήτη στους καρπερούς τους κάμπους των ιερών των Αθηνών μαζί του την επήρε. Αλλά δεν πρόλαβε να την χαρεί, επειδή προτού δική του την κάνει, η Άρτεμη τη σκότωσε στο νησάκι Δία, σύμφωνα με επιθυμία του Διονύσου".
Ωστόσο απέδιδαν πολλά παιδιά στην Αριάδνη και τον Διόνυσο, ιδιαίτερα τον Οινοπίωνα, τον Ευάνθη και τον Στάφυλο, που τα ονόματά τους σχετίζονται με την καλλιέργεια του αμπελιού. Επίσης και τον Κέραμο, επώνυμο του Κεραμεικού, της Αθήνας.
Σχετικά με τη Νάξο υπήρχε κι ένας άλλος μύθος, που αναφέρει ότι ο Διόνυσος είχε διεκδικήσει την κατοχή της από τον Ήφαιστο κι είχε νικήσει. Μα, σύμφωνα με έναν άλλο μύθο, οι δυο γιοι του Διός είχαν αντίθετα συνάψει συμμαχία στη Νάξο και μ' αυτήν την ευκαιρία ο Ήφαιστος είχε δώσει στον Διόνυσο μια χρυσή κύλικα που την έδωσε αυτός στη Θέτιδα κι αυτή πάλι τη χάρισε στο γιο της Αχιλλέα.
|
ΟΙ ΜΑΚΡΙΝΕΣ ΑΠΟΣΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ |
Όσο απλωνόταν ο γεωγραφικός ορίζοντας των Ελλήνων, παράλληλα μεγάλωνε κι ο κύκλος των σχετικών μύθων με τον
Διόνυσο και τις αποστολές του.
Αυτό φαίνεται περισσότερο από την εποχή της εκστρατείας του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που παρουσιάζεται ως άλλος Διόνυσος, προχωρώντας νικητής ως τα πέρατα του τότε γνωστού στους Έλληνες κόσμου.
Σε συνάφεια με αυτό παρουσιάστηκε κι ένα άλλο φαινόμενο που το διαπιστώνουμε και για άλλες θεότητες και προπάντων για την Άρτεμη. Οι Έλληνες βρίσκοντας σε άλλες χώρες ξένες ένα θεό που φαίνονταν να παρουσιάζει στην
ουσία του κάποιες αναλογίες με τον Διόνυσο, δε δίστασαν να να υιοθετήσουν ταυτισμούς, που άπλωναν καταπληκτικά την περιοχή λατρείας του γιου της Σεμέλης και του Διός. Ο
Διόνυσος έτσι κατακτά όλες τις χώρες, που οι Έλληνες αποκτούσαν σχέσεις μ' αυτές. Τον βρίσκουμε τόσο στην Αφρική όσο και στην Ασία, από την Αίγυπτο, τη Λιβύη, την Αιθιοπία, την Αραβία και τους αραβικούς πληθυσμούς, ως τη Λυδία, τη Φρυγία, τη Βακτριανή, ακόμα και τις Ινδίες.
Ο Παυσανίας λέει σχετικά "ο Διόνυσος πρώτος μπήκε επικεφαλής μιας εκστρατείας κατά των Ινδών, αυτός πρώτος έζεψε με γεφύρι τον Ευφράτη και δείχνουν ακόμα και σήμερα το χοντρό σκοινί, το παλαμάρι που χρησιμοποίησε για να ενώσει τις δυο όχθες του ποταμού. Και το παλαμάρι αυτό ήταν κατασκευασμένο από κληματσίδες και κλωνιά κισσού". Κι είχε γίνει αυτό το "πέρασμα" στην πόλη Ζεύγμα. Ο Διόνυσος πέρασε τον Τίγρη ποταμό καβάλα σ' ένα λιοντάρι σταλμένο από τον Δία. Προχωρώντας ολοένα πιο ανατολικά, με τη συνοδεία του από Σάτυρους και Μαινάδες, ο θεός έφτασε στις Ινδίες, Οι κάτοικοι της χώρας αυτής δεν πήραν στα σοβαρά αυτόν τον παράξενο κι αλλόκοτο στρατό. Όμως ύστερα από έναν πόλεμο που κράτησε τρία
χρόνια κατά τους μεν, πέντε κατ' άλλους, αναγκάστηκαν στο τέλος να ομολογήσουν την ήττα τους. Άλλωστε, οι Ινδοί δεν είχαν λόγους να παραπονιούνται για τον ερχομό του Διονύσου, που τους πήγε όλα τα αγαθά του πολιτισμού και προπάντων τη γεωργία και την αμπελουργία.