|
|||||||
|
|
|
|||||
|
|
|||||||
|
|
|
ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ ΜΕ ΤΙΣ ΑΛΛΕΣ ΘΕΟΤΗΤΕΣ |
Αν και νεοφερμένος στον Όλυμπο, ο Διόνυσος δεν παίζει ασήμαντο ρόλο ως θεός. Αυτός, μαζί με τον Ηρακλή συμβάλλει στη νίκη των
θεών κατά των Γιγάντων. Μαζί με τους Σάτυρους και τους Σειληνούς σπεύδει καβάλα πάνω σε γαϊδούρια και τρέπει σε φυγή τους αντιπάλους των Ολύμπιων, οι οποίοι τρομοκρατούνται, από τα γκαρίσματα των γαϊδάρων των συντρόφων του. Σκοτώνει τον Εύρυτο μ' ένα χτύπημα θύρσου και για να καταβάλει τον Ροίτο μεταμορφώνεται σε λιοντάρι.
Όταν ο Ήφαιστος, από μνησικακία κατά της μητέρας του Ήρας, την παρατάει δεμένη με αόρατα δεσμά πάνω στο κάθισμα που της είχε φτιάξει, μάταια προσπαθούν οι άλλοι θεοί να τον πείσουν να ελευθερώσει την σύζυγο του Διός, μοναχός του ο Διόνυσος τα καταφέρνει. Μεθάει το θεϊκό μάστορα και πίσω στον Όλυμπο τον φέρνει. Αυτό το θέμα αποτέλεσε συχνά θέμα για τους αγγειογράφους, που πολλά τους έργα έχουν διασωθεί.
Η μητέρα του Διονύσου , σύμφωνα με ένα μύθο, έγινε δεκτή στον Όλυμπο. Αυτό συνέβηκε αμέσως αφού κεραυνοβολήθηκε η ερωμένη του Διός. Αντίθετα, κατά μιαν άλλη εκδοχή η Σεμέλη κατέβηκε στον Άδη, από όπου την ξαναέφερε πίσω στη ζωή ο γιος της.
Οι Δελφοί, η Λέρνη, η Τροιζήνα, η Σάμος, διεκδικούσαν την τιμή πως είδαν το θεό του κρασιού να γυρίζει από το βασίλειο των νεκρών μαζί με τη μητέρα του.
|
Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΔΙΟΝΥΣΙΑΚΗΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ |
Ο Διόνυσος είναι προπάντων θεός του κρασιού. Όμως κατά τους πρώτους χρόνους η εξουσία του απλώνονταν σ' ολόκληρη τη φύση. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της λατρείας του είναι κάτι σαν εκστατικό παραλήρημα που κυριεύει τους πιστούς του, που φαντάζομαι μέσα στο μεθύσι τους πως και οι ίδιοι συμμετέχουν στη θεϊκή φύση του γιου της Σεμέλης και του Διός.
Ο Ευριπίδης λέει: "Ο Διόνυσος είναι θεός του γλεντιού, βασιλεύει στα συμπόσια ανάμεσα σε λουλουδένια στέφανα, ζωηρεύοντας τους χαρούμενους χορούς στον ήχο της
φλογέρας. Γέλια τρελά προκαλεί και διώχνει τις μαύρες έγνοιες. Και στο τραπέζι των θεών, το νέκταρ του αυξάνει τη μακαριότητά τους κι αντλούν οι θνητοί από τη γελαστή του κύλικα τον ύπνο και ξεχνούν τα βάσανά τους".
Την ίδια ιδέα εκφράζει κι ο Πλάτωνας, όταν γράφει, "όμοιοι με τους Κορύβαντες, που χορεύουν μόνο σαν έξαλλοι είναι. Οι λυρικοί ποιητές δε βρίσκουν στη νηφαλιότητά τους ωραίους τους στίχους. Μέσα στην ψυχή τους πρέπει να μπουν η αρμονία και το μέτρο και να τη μεθύσουν. Οι Βάκχες, μονάχα μέσα στην παράκρουσή τους, από τα ποτάμια αντλούν το γάλα και το μέλι. Τελειώνει η δύναμή τους σαν και το παραλήρημά τους τελειώσει".
Ο Αριστοφάνης λέει στο θεό του κρασιού, "Διόνυσε κισσοστεφανωμένε, τις χορωδίες μας διεύθυνε. Σ' εσένα απευθύνονται οι ύμνοι κι οι χοροί μας, ω Εύιε, ω Βρόμιε, ω της Σεμέλης γιε, ω συ Διόνυσε που σου αρέσει ν' ανακατεύεσαι στις χορωδίες των Νυμφών τις τρισχαριτωμένες επάνω στα βουνά και που χορεύοντας δε σταματάς να τραγουδάς τον ιερό σου ύμνο "Εύιος, Εύιος". Και γύρω σου αντιλαλεί του Κιθαιρώνα η ηχώ κι αναριγούν τα βουνά με τις φυλλωσιές τις μαύρες και τους πηχτούς τους ίσκιους, αναριγούν κι οι βράχοι μέσα στο δάσος".
Ο οργιαστικός χαρακτήρας της λατρείας του Διονύσου είναι ολοφάνερος. Η ύπαρξή του για τους πιστούς του είναι μια αδιάκοπη συνέχεια από θορυβώδικα γλέντια, που κατέληγαν σε όργια, όπου
προπάντων έπαιρναν μέρος οι γυναίκες. Από όπου πέρναγε ο Διόνυσος, συνέβαιναν θαυμαστά φαινόμενα. Πηγές κρασιού και νερού στο έδαφος κι από τα βράχια ανάβλυζαν κι από τα ποτάμια κυλούσε μέλι και γάλα. Κι ήταν τα κορφοβούνια αγαπημένος του τόπος διαμονής, όπου τελούνταν οι γιορτές του, κατά προτίμηση τη νύχτα.
Όμως ο ρόλος του Διονύσου δεν περιορίζεται στο να διώχνει θλίψεις και καημούς από τους ανθρώπους και να τους κάνει να ξεχνούν τις καθημερινές έγνοιες με τα χαρούμενα μεθύσια.
Ο Διόνυσος από άλλη άποψη ήταν και ο ευεργέτης της ανθρωπότητας. Τρέλαινε όσους ήταν αντίθετοι στη λατρεία του και δεν ήθελαν να συμμετάσχουν σ' αυτή, από την άλλη όμως μεριά εξασφάλιζε την ησυχία και τη γαλήνη των πιστών του με τον πλούτο που χαρίζει η γεωργία.
Του απέδιδαν την εφεύρεση του αρότρου, όπου πρώτος αυτός έζεψε βόδια. Ο Διόνυσος, συνέβαλε στην ανάπτυξη του πολιτισμού -υποβοηθώντας την ύπαρξη αρμονικών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων- και την καλή διοργάνωση πόλεων, όπου παρουσιάζεται ως υπερασπιστής των αδυνάτων ενάντια σε όσους τους καταπιέζουν. Από τη λατρεία του Διονύσου γεννήθηκε το ελληνικό θέατρο, πράγμα που μας επιτρέπει να θεωρήσουμε το γιο του Διός και της Σεμέλης θεό της ποίησης και της μουσικής.
|
Ο ΔΙΟΝΥΣΟΣ ΚΑΙ Η ΜΑΝΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ |
Η ερμηνεία του μέλλοντος ήταν μια από τις κυριότερες δικαιοδοσίες του θεού Απόλλωνα, που ήταν πολύ περήφανος για τούτο το προνόμιό του και το φύλαγε ζηλότυπα, καθώς του το είχε παραχωρήσει ο Δίας. Ωστόσο το μοιράζεται, κάτω από μερικούς όρους, με τον Διόνυσο. Τούτο το καθορίζει πολύ καλά ο Bouche - Leclercq: "Ο Διόνυσος είναι ο κρίκος που συνδέει τους χθόνιους θεούς, κατόχους των φυσικών μυστικών, με τον Απόλλωνα, ερμηνευτή των αποφάσεων των θεών. Κι είναι εξίσου κοντά στον ένα και στους άλλους, όχι μοναχά εξαιτίας της ποικιλίας των δικαιοδοσιών του, αλλά κι επειδή έχει συμπυκνώσει -μέσα στον ενθουσιασμό- και μεταδώσει όλη την ενέργεια των απόκρυφων δυνάμεων στην απολλώνεια θρησκεία, με τις δυνάμεις που μ' αυτές επενεργούν οι χθόνιες θεότητες πάνω στον ανθρώπινο οργανισμό".
Και συνεχίζει ο συγγραφέας: "Ο Απόλλωνας περιορισμένος στη δραστηριότητα που του ταιριάζει δεν κατορθώνει να προσπελάσει τη νόηση παρά μονάχα από τα έξω. Τη φωτίζει όπως ο ήλιος -που ο Απόλλωνας έχει τα χρυσά του βέλη μέσ' στη φαρέτρα του- φωτίζει τα διάφανα σώματα, δίχως το φως του να τα διαπερνάει. Δεν γνωρίζει εκείνους τους σκοτεινούς δρόμους που ανοίγονται μέσα στους ζωντανούς ιστούς, που μέσα τους εισδύουν τα χθόνια ρευστά ως την ψυχή, την αιφνιδιάζουν και την κατακτούν παρά τη θέλησή της.
Περιορισμένη ως τότε η απολλώνεια θεότητα από το θετικό πνεύμα της Ιωνίας στις μικρόψυχες μεθόδους της επαγωγής, χρωστάει στη βακχική έμπνευση την οριστική της μορφή, τον προφητικό ενθουσιασμό. Η αισθησιακή μέθη που θολώνει το λογικό, ο ταραγμένος και γεμάτος όνειρα ύπνος που την ακολουθεί ήταν η πρώτη καταβολή του του θεϊκού παραληρήματος, που η απολλώνεια θρησκεία την είχε επιβάλει με μυστήριο και σιωπή".
Ωστόσο πάντοτε ο Απόλλωνας δεσπόζει στη μαντική τέχνη, κρατάει τα πρωτεία σ' αυτή, προπάντων στους Δελφούς, όπου έδειχναν τον τάφο του Διονύσου μέσα στο ναό του Απόλλωνος.
"Μόνο πολύ αργότερα, όταν οι σκέψεις για μεταθανάτια ζωή επανέφεραν στην πρώτη γραμμή τους χθόνιους θεούς, τόλμησαν να ανεβάσουν τον Διόνυσο στον προφητικό τρίποδα της Πυθίας. Το απολλώνειο ιερατείο ενθάρρυνε μ' ευχαρίστηση τη λατρεία του Διονύσου ως "γιατρού" ή "παράγοντα υγείας", όμως άφηνε να υπονοείται πάντα ότι μ' αυτά σύστηνε απλά τη χρήση του κρασιού".
Σύμφωνα με την αληθινή παράδοση, που η Πυθία
προσποιούνταν ότι την αγνοούσε, ο Διόνυσος ήταν πραγματικά γιατρός, όχι λόγω των υγιεινών ιδιοτήτων του κρασιού, αλλά επειδή ήταν σύμβολο των χθόνιων δυνάμεων, που ως γιος κληρονόμος, συνεταίρος της Γης γνωρίζει τις μυστικές πηγές της ζωής και του θανάτου. Και σαν τέτοιος διαθέτει τρόπους αποκαλυπτικούς, που ιδιάζουν κι είναι χαρακτηριστικοί της χθόνιας μαντικής, δηλαδή την έμπνευση και τα όνειρα".
Το μόνο ελληνικό μαντείο του Διονύσου, που γι' αυτό έχουμε πληροφορίες είναι το μαντείο στην Αμφίκλεια της Φωκίδας, στις βόρειες υπώρειες του Παρνασσού. Ο Παυσανίας μας λέει γι' αυτό, "Δεν υπάρχει μήτε είσοδος που να οδηγεί στο άδυτο μήτε άγαλμα ορατό. Οι κάτοικοι της Αμφίκλειας λένε, πως αυτός ο Θεός (ο Διόνυσος) τους δίνει χρησμούς και τους βοηθάει στις αρρώστιες τους, ασκεί τη θεραπευτική γι' αυτούς και τους κατοίκους των περιχώρων με όνειρα. Ερμηνευτής τους είναι ένας ιερέας, που προφητεύει όταν κατέχεται από το θεό". Είναι φανερό πως το μαντείο της Αμφίκλειας είχε πολύ μικρή σημασία σε σύγκριση με το μαντείο των Δελφών.
Ο Ηρόδοτος αναφέρει πως μαντείο του Διονύσου είχαν και οι Σάτρες, κάτοικοι της Θράκης, που πολλοί συγγραφείς θεωρούν τη Θράκη, πρωταρχική πατρίδα του Διονύσου. "Οι Σάτρες έχουν ένα μαντείο του Διονύσου, πάνω στο ψηλότερο βουνό της χώρας. Οι Βησσοί εξυπηρετούν το ναό και μια Πυθία δίνει τους χρησμούς, όπως στους Δελφούς κι όχι λιγότερο διφορούμενους".
Ανέκυψε το ζήτημα, αν το ιερό τούτο ήταν το ίδιο μ' εκείνο που ειδοποίησε τους κατοίκους των Λιβήθρων πως η πόλη τους θα καταστρεφόταν, αν θα ξέθαβαν τα οστά του Ορφέως. Ο Αριστοτέλης μνημονεύει "ένα άδυτο, αφιερωμένο στον Διόνυσο, που υπήρχε στους θρακικούς Λίγυρες. Στο ιερό τούτο έδιναν χρησμούς. Μόνο που όσοι προφήτευαν εκεί έπιναν πολύ κρασί, όπως πίνουν νερό στον Κλάρο".
|
ΚΥΡΙΟΤΕΡΟΙ ΤΟΠΟΙ ΛΑΤΡΕΙΑΣ |
Τους Θράκες τους θεωρούσαν κατά την αρχαιότητα ιδρυτές της λατρείας του Διονύσου, που στη χώρα τους ονομάζονταν: Βασσαρέας, Γίγων, Δίαλος, Σαβάτιος, Σάβος. Αυτή η λατρεία είχε οργιαστικό χαρακτήρα. Μέσα σε θόρυβο και αταξία διεξάγονταν οι τελετές κι έπαιρναν προπάντων οι γυναίκες μέρος σ' αυτές. Και γίνονταν οι θορυβώδεις τελετές πάνω στα βουνά, τη νύχτα, στο φως των πυρσών. Έχει διατυπωθεί η υπόθεση ότι για να φτάσουν οι πιστοί στον απαιτούμενο βαθμό της έξαρσης δεν πίνουν μοναχά κρασί αλλά χρησιμοποιούν και
παραισθησιογόνα φυτά. Πίστευαν οι οπαδοί του
θεού ότι τον πλησιάζουν κι εξομοιώνονταν μ' αυτόν.
Από την Θράκη η λατρεία του Διονύσου διεισδύει στην
Ελλάδα πολύ νωρίς. Στη Βοιωτία η διονυσιακή λατρεία αναπτύχθηκε ταχύτατα και σημαντικά. Ο γενικότερα παραδεκτός μύθος τοποθετούσε τη γέννηση του Διονύσου στη Θήβα. Όμως ο θεός δεν είχε ναό μέσα στην πόλη. Οι γιορτές που τελούνταν κάθε τρία χρόνια, τα '"Τριετηρικά", γίνονταν στις πλαγιές του Κιθαιρώνα. Και ήταν νυκτερινές, στο φως των πυρσών. Λέει ο Jules Girard: "Μόνο γυναίκες έπαιρναν μέρος σ' αυτές, στεφανωμένες με κισσό, ντυμένες με νεβρίδες (προβιές μικρού ελαφιού), με τα μαλλιά τους ξέπλεκα, κρατώντας θύρσους και χτυπώντας τύμπανα, χόρευαν και έτρεχαν σαν φρενιασμένες στο βουνό, καλώντας το θεό με δυνατές κραυγές".
Ιδιότυπες θυσίες πρόσφεραν σ' αυτές τις τελετές, που πιθανόν ήταν κατά ένα μέρος αναπαράσταση των διάφορων μύθων σχετικών με τον Διόνυσο. Σημαντικό μέρος της λατρείας του θεού ήταν
ο Ορχομενός. Στο βουνό Λάφυστο τελούνταν τα "Αγριώνια", σε ανάμνηση των τριών θυγατέρων του Μινύα. Στην τελετή αυτή που γίνονταν νύχτα, ο ιερέας καταδίωκε τις γυναίκες με ένα γυμνό σπαθί στο χέρι, έχοντας το δικαίωμα να σκοτώνει όσες μπορούσε να φτάσει.
Στις κορυφές του Παρνασσού ανάλογες τελούνταν ιεροτελεστίες. Οι γυναίκες που έπαιρναν μέρος σ' αυτές ονομάζονταν Θυιάδες κι από τους Δελφούς ερχόντουσαν, μα κι από την Αττική. Κρατώντας πυρσούς έτρεχαν στο βουνό εδώ κι εκεί, τη γέννηση του θεού πανηγυρίζοντας, που παριστάνονταν πλαγιασμένος μέσα σ' ένα πανέρι για το λίχνισμα του σταριού.
Μια άλλη γιορτή που αναφέρονταν στο θάνατο του θεού, τελούνταν κάθε διετία. Στους Δελφούς, κοντά στον τάφο του Διονύσου, μέσα στο ναό του Απόλλωνα, οι Όσιοι τελούσαν μια μυστηριακή γιορτή που δεν έχουμε πληροφορίες γι' αυτή.
|
Η ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ ΣΤΗΝ ΑΤΤΙΚΗ |
Αν και, ύστερα από μιαν ορισμένη εποχή, τελούνταν "Διονύσια"¨σε ολόκληρη την Ελλάδα, πουθενά δεν έφταναν σε λαμπρότητα αυτά της Αττικής. Στην Αττική αναπαρίστανε κατά τις γιορτές αυτές ορισμένους μύθους ιδιαίτερα του Ικάριου και της Ηριγόνης. Στις γιορτές του δήμου Ικαρίας κρεμούσαν στα κλωνιά των δέντρων κούκλες, σε ανάμνηση των παρθένων, που ακολουθώντας την Ηριγόνη, κρεμάστηκαν από την απελπισία τους. Αυτές οι γιορτές ονομάζονταν "Αιώρα". Στον Ικάριο εξάλλου αποδίδουν την ίδρυση των "Ασκωλίων", μιας γιορτής κατά την εποχή του τρύγου, που κατ' αυτήν οι αμπελουργοί χόρευαν πάνω σε φουσκωμένους ασκούς με αέρα και αλειμμένους με λάδι. Έλεγαν πως ο Ικάριος σκότωσε έναν τράγο που αφάνιζε τα κλήματά του κι από το δέρμα του έκανε έναν ασκό και πάνω σ' αυτόν βάλθηκε να χορεύει. Ένας κάτοικος του δήμου Ικαρίας, ο Θέσπις, δημιούργησε αργότερα την τραγωδία από το διθύραμβο.
Στην Αττική τελούνταν προς τιμή του Διονύσου δυο ειδών γιορτές. Τα μικρά και τα μεγάλα "Διονύσια". Τα πρώτα διατηρούσαν πάντοτε ένα χαρακτήρα αγροτικό και ονομάζονταν "Θεοίνια", δηλαδή γιορτή του θεού του οίνου (του κρασιού). Έλεγαν πως είχαν ιδρυθεί από το βασιλιά Αμφικτύονα και τελούνταν στους δήμους όπου η καλλιέργεια της αμπέλου δεν ήταν αναπτυγμένη. Ο Πλούταρχος λέει, "η πατροπαράδοτη γιορτή των Διονυσίων είχε άλλοτε μιαν απλή και λαϊκή ευθυμία. Επικεφαλής της πομπής ένας αμφορέας γεμάτος κρασί κι ένα κλαδί από κλήμα, ύστερα ένας τράγος που τον έσερνε κάποιος, ύστερα ένα πανέρι σύκα, που κάποιος άλλος το σήκωνε, και τέλος ο φαλλός".
Όταν κατά τους Μηδικούς πολέμους οι Πέρσες λεηλάτησαν τη Βραυρώνα, πήραν μαζί τους και το άγαλμα της Άρτεμης. Μετά τη νίκη των Ελλήνων, το ιερό της αδελφής του Απόλλωνα μεταφέρθηκε στην Αθήνα, ενώ στη Βραυρώνα η λατρεία της θεάς αντικαταστάθηκε με τη λατρεία του Διονύσου. Αυτή λοιπόν η λατρεία είχε πάρει στη Βραυρώνα χαρακτήρα ιδιαίτερα οργιαστικό. Οι άνδρες μεθοκοπούσαν αντάμα με εταίρες. Οι γιορτές τελούνταν κάθε πέντε χρόνια κι έστελναν οι Αθηναίοι σ' αυτές δέκα "ιεροποιούς". Και
γίνονταν διάφοροι αγώνες, που ο γνωστότερος τους ήταν ο διαγωνισμός μεταξύ ραψωδών.
Στα "Μικρά Διονύσια" περιλαμβάνονταν και τα "Οσχοφόρια", που γιορτάζονταν στην Αθήνα ως πρόλογος του τρύγου. Όφειλαν δε την ονομασία τους στο γεγονός πως κατ' αυτά
περιέφεραν κλαδιά από κλήματα (όσχους) με τσαμπιά σταφύλια. Έλεγαν πως τα Οσχοφόρια τα είχε θεσπίσει ο Θησέας, όταν γύρισε από την Κρήτη, μετά τη νίκη του κατά του Μινώταυρου. Επικεφαλής της πομπής πήγαιναν είκοσι αγόρια από τις καλύτερες οικογένειες της Αθήνας, οι "οσχοφόροι", κρατώντας κληματόβεργες με τσαμπιά. Κι έρχονταν πίσω τους επτά έφηβοι, σε ανάμνηση των θυμάτων που οι Αθηναίοι ήταν υποχρεωμένοι να στέλνουν στον Μινώταυρο, πριν εξοντωθεί το τέρας από τον Θησέα. Ακολουθούσαν μετά οι "δειπνοφόρες" μητέρες των είκοσι οσχοφόρων κρατώντας τρόφιμα, σε ανάμνηση των γυναικών που συνόδευαν τα παιδιά τους ως τη μοιραία τριήρη που θα τα πήγαινε στην Κρήτη.
Σ' όλη την διαδρομή αυτοί που έπαιρναν μέρος στην πομπή έψελνα ύμνους. Οι είκοσι οσχοφόροι παλεύανε μεταξύ τους κατά ζεύγη και στους δέκα νικητές πρόσφεραν ένα ποτό από κρασί, λάδι, μέλι, αλεύρι και τυρί. Σαν έφταναν στο ναό της Σκιράδος Αθηνάς, στο Φάληρο, κατάθεταν εκεί τις κληματόβεργες, που είχαν μεταφέρει οι οσχοφόροι. Στο εσωτερικό του ναού έκαναν τελετουργίες, τα "Σκίρα". Ανάμεσα στ' άλλα παράθεταν συμπόσιο, που κατ' αυτό καταναλώνονταν τα φαγητά που είχαν φέρει οι δειπνοφόρες. Τελικά, η πομπή επέστρεφε στην Αθήνα, ανάμεσα σε κραυγές χαράς του πλήθους.