|
Ο Ανακρέων ο ποιητής σκάρωσε πολλά χαριτωμένα τραγούδια, μιας και τον ευνόησαν οι Μοίρες κι έζησε μες στην πολυτέλεια. Τον Αλκαίο όμως και τον Αρχίλοχο τον Πάριο δεν τους αξίωσε ο θεός να αφιερώσουν την ποίησή τους στις χαρές και τις ηδονές. Κι επειδή στη ζωή τους, πότε έτσι πότε αλλιώς ήταν υποχρεωμένοι ν' αντιμετωπίζουν δυσκολίες, ξαλάφρωναν από τα βάρη που τους φόρτωσε ο θεός με το να κοροϊδεύουν εκείνους που κάνουν ό,τι μπορούν για να μου δείξουν την έχθρα τους, παρ' ό,τι δεν τους έχω βλάψει. Κι απ' την άλλη, το είδος της παιδείας που 'χει επικρατήσει στις μέρες μας μεταξύ των καλομαθημένων, έχει εξαλείψει τη μουσική από το τραγούδι. (Βλέπετε, στην εποχή μας το να καταγίνεται κανείς με τη μουσική, ο κόσμος το θεωρεί πολύ πιο αισχρό απ' όσο θεωρούνταν παλιά το να πλουτίζει κάποιος με άτιμους τρόπους). Όμως αυτό δεν θα με κάνει να αρνηθώ τη βοήθεια που μπορούν να μου προσφέρουν οι Μούσες. Έχω δει και τους βαρβάρους που κατοικούν πέρα από τον Ρήνο να τραγουδούν κάτι άγρια τραγούδια που η γλώσσα τους μοιάζει με κρωγμούς κακόφωνων πουλιών, και να ευφραίνεται η ψυχή τους με κείνα τα τραγούδια. Απ' ό,τι έχω καταλάβει λοιπόν, οι κακοί μουσικοί, ενώ για το ακροατήριό τους είναι ενοχλητικοί, ευχαριστιούνται οι ίδιοι με τον εαυτό τους και με το παραπάνω.
Έχοντας όλα αυτά στο μυαλό, λέω και γω από μέσα μου, όπως έλεγε ο Ισμηνίας, ότι τραγουδάω για χάρη των Μουσών και για πάρτη μου -κι ας μην έχω τις ικανότητες του, πείθω όμως τον εαυτό μου πως έχω τη μεγαλοφροσύνη του.
Μόνο που το τραγούδι ετούτο όχι μόνο είναι πεζό αλλά και περιέχει πολλές και μεγάλες προσβολές, όχι σε βάρος άλλων, μα το Δία (πως θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο, αφού δεν το επιτρέπει ο νόμος;) αλλά προς τον ίδιο τον ποιητή, τον ίδιο τον γράφοντα. Δεν υπάρχει, βλέπετε, νόμος που ν' απαγορεύει στον καθένα να γράφει για τον εαυτό του, είτε για να τον κατακρίνει είτε για να τον παινέψει. Τώρα, αν και θα το 'θελα πολύ να παινέσω τον εαυτό μου, δεν έχω τη δύναμη να το κάνω. Όσο για επικρίσεις, έχω εναντίον μου μυριάδες. Και πρώτα ας ξεκινήσω απ' τη φάτσα μου.
Παρ' όλο που η φύση δεν της χάρισε ιδιαίτερη ομορφιά και χάρη και ευπρέπεια, εγώ, δύστροπος και προβληματικός, πρόσθεσα στη φάτσα μου κι αυτή τη μεγάλη γενειάδα, για να την τιμωρήσω, φαίνεται, όχι για τίποτα άλλο αλλά γιατί δεν είναι όμορφη από φυσικού της. Και για τον ίδιο λόγο ανέχομαι και τις ψείρες που τριγυρνούν μέσα της σαν τα θηρία μες στην πυκνή βλάστηση. Επίσης, δεν μου επιτρέπω να πίνω και να τρώω άπληστα και μ' ανοιχτό το στόμα, γιατί πρέπει να προσέχω μήπως κατά λάθος μαζί με τα ψωμιά καταπιώ και τρίχες. Όσο για τα φιλιά, το να φιλάω και να φιλιέμαι δεν μου είναι πονοκέφαλος. Παρ' όλο που σ' αυτό όπως και σε άλλα, τα γένια έχουν και τούτο το ενοχλητικό, ότι δεν επιτρέπουν σε καθαρά χείλη "ν' ακουμπούν πάνω σε λεία και γλυκύτερα χείλη", όπως είπε κάποιος που με τη βοήθεια του Πάνα και της Καλλιόπης έγραψε ποιήματα για τον Δάφνη. Εσείς λέτε πως με τα γένια μου θα 'πρεπε να πλέξω σκοινιά. Είμαι έτοιμος να σας τα προσφέρω, φτάνει μόνο να μπορείτε να τα τραβάτε χωρίς να πάθουν ζημιά τα μαλθακά και αγύμναστα χεράκια σας.
Μη νομίζετε πως δυσανασχετώ με την κοροϊδία που μου κάνετε. Εγώ ο ίδιος άλλωστε σας δίνω την αφορμή, που το πηγούνι μου είναι σαν του τράγου, ενώ θα μπορούσα φαντάζομαι, να το 'χω άτριχο και λείο, όπως το 'χουν οι ωραίοι νεαροί και όλες οι γυναίκες που είναι από φυσικού τους επιθυμητές. Εσείς όμως, που ακόμα και στα γεράματα κοιτάζετε πως να μοιάσετε με τα παιδιά σας, τους γιους και τις κόρες σας, γιατί έτσι σας υπαγορεύει ο κομψός τρόπος ζωής κι η τρυφερή σας φύση ίσως, ξυρίζεστε επιμελώς, αφήνοντας τον ανδρισμό σας να φανερώνεται δειλά δειλά από το μέτωπο, κι όχι από το σαγόνι όπως κάνω εγώ.
Και σαν να μην έφτανε το μήκος της γενειάδας μου, είναι και τα μαλλιά μου απεριποίητα και βρώμικα, σπάνια τα κουρεύω, και τα νύχια μου είναι πάντα μουτζουρωμένα από τα μελάνια της γραφίδας. Κι αν θέλετε να μάθετε, σας εκμυστηρεύομαι και κάτι απόρρητο: στο στήθος μου έχω πυκνό τρίχωμα, σαν το λιοντάρι, το βασιλιά των ζώων. Δεν το 'χω ξυρίσει ή μαλακώσει ποτέ κανένα άλλο σημείο του σώματός μου. Αν είχα και καμιά κρεατοελιά σαν τον Κικέρωνα, θα σας το έλεγα, όμως δεν έχω. Επιτρέψτε μου όμως να σας αποκαλύψω κάτι άλλο:
Δεν μου είναι αρκετό το ότι το κορμί μου βρίσκεται σ' αυτήν την κατάσταση, γι' αυτό και ο τρόπος ζωής μου είναι αυστηρότατος. Περιορίζω τον εαυτό μου, από ανοησία τον κρατάω μακριά από τα θέατρα, ούτε δέχομαι στην αυλή μου θιάσους, εκτός από την πρώτη του έτους, τόσο αναίσθητος είμαι και σφιχτός σαν τον χωριάτη που από το λίγο του βιος πρέπει να δώσει φόρο σε σκληρό δεσπότη. Κι όταν μια φορά μπήκα στο θέατρο είχα όψη ανθρώπου που θέλοντας να εξιλεωθεί ετοιμάζεται να προσφέρει θυσία. Παρ' ό,τι ονομάζομαι μέγας βασιλέας, δεν έχω κανένα, σαν άρχοντας ή στρατηγός όλης της οικουμένης, να διευθύνει ηθοποιούς και αρματοδρόμους. Τώρα θα αναπολείτε "εκείνη τη νιότη του, το πνεύμα και τη διάνοια", που ως λίγο πριν αντικρίζατε.
Μπορεί όμως κι αυτό να 'ναι 'ενα καθαρό και αδιάψευστο σημάδι του μοχθηρού μου χαρακτήρα, εγώ πάλι δε σταματάω να προσθέτω όλο και πιο πρωτοφανείς ιδιοτροπίες. Αποστρέφομαι τις ιπποδρομίες όπως ο βουτηγμένος στα χρέη αποστρέφεται τις αγορές. Σπάνια θα παρευρεθώ στον ιππόδρομο και αυτό μόνο σε μέρα γιορτής, και πάλι δε θα μείνω όλη την ημέρα, όπως συνήθιζαν ο εξάδελφός μου κι ο θείος μου και ο αδελφός μου. Έξι κούρσες θα κάτσω να παρακολουθήσω όλες κι όλες, κι αυτές όχι ως λάτρης του αθλήματος ή έστω, μα το Δία, με την αδιαφορία ανθρώπου που δεν το μισεί και δεν το αποστρέφεται και όταν φεύγω είμαι όλος χαρά.
Όλα τα παραπάνω, όμως, δεν είναι παρά η επιφάνεια, σάμπως έχω αναφερθεί σε πολλά από τα κακά που σας έχω κάνει; Στην εντελώς ιδιωτική μου ζωή: άγρυπνες νύχτες πάνω σ' ένα στρώμα από άχυρα, και λίγο φαγητό που δεν με χορταίνει, μου χαλάει τη διάθεση και με κάνει να εχθρεύομαι μια πόλη καλοπερασάκηδων. Βέβαια αυτά τα χούγια δεν τα 'χω για να σας δώσω το παράδειγμα. Από παιδί, έπεσα θύμα μιας μεγάλης και ανόητης πλάνης που με έπεισε να πολεμώ το στομάχι μου και να μην του επιτρέπω να γεμίζει με πολύ φαγητό. Λιγότερες φορές από κάθε άλλον μου έχει συμβεί να κάνω εμετό. Και θυμάμαι πως αυτό μου 'τυχε μια φορά όλη κι όλη, την εποχή που είχα γίνει Καίσαρας, κι αυτό από αρρώστια κι όχι απ' την πολυφαγία. Αξίζει τον κόπο να πω την ιστορία, δεν είναι και πολύ ευχάριστη -γι' αυτό άλλωστε μου πάει γάντι.
Έτυχε τότε να ξεχειμωνιάζω στην αγαπητή μου Λουτεκία -έτσι ονομάζουν οι Κέλτες την μικρή πόλη των Παρισίων. Είναι σ' ένα νησάκι του ποταμού, περιβάλλεται από τείχος, και ξύλινες γέφυρες τη συνδέουν με τις όχθες. Σπάνια το ποτάμμι πλημμυρίζει ή λιγοστεύει, συνήθως έχει την ίδια στάθμη χειμώνα καλοκαίρι, και τα νερά του για όποιον θέλει να πιεί είναι πεντακάθαρα και γλυκύτατα. Μιας κι οι κάτοικοι ζουν στο νησί, πρέπει να παίρνουν νερό κατευθείαν από το ποτάμι. Ο χειμώνας εκεί είναι σχετικά μαλακός, είτε λόγω της ζέστης των ωκεανού (γιατί δεν απέχει πάνω από εννιακόσια στάδια κι έτσι φτάνει μέχρι εκεί η απαλή αύρα του θαλασσινού νερού, που είναι πιο ζεστό από τα γλυκά), είτε από άλλη αιτία που δεν γνωρίζω, έτσι έχει το πράγμα. Όσοι κατοικούν σ' εκείνο το μέρος έχουν θερμότερο χειμώνα, και ο τόπος βγάζει καλό σταφύλι, μάλιστα μερικοί έχουν κατορθώσει να καλλιεργούν συκιές που τις σκεπάζουν το χειμώνα με άχυρα ή άλλα παρόμοια υλικά, για να τις προστατεύουν από τη ζημιά που μπορεί να προξενήσει ο αέρας. Εκείνος ο χειμώνας, λοιπόν, ήταν δριμύτερος απ' ό,τι άλλες χρονιές και το ποτάμι κατέβαζε συνέχεια πλάκες που έμοιαζαν μαρμάρινες. Γνωρίζετε, φαντάζομαι, τη λευκή φρυγική πέτρα, έτσι έμοιαζαν κι οι πάγοι, μεγάλοιόγκοι ο ένας πάνω στον άλλο, και φαινόταν πως θα σχημάτιζαν τελικά ολόκληρο πέρασμα και θα γεφύρωναν το ρεύμα. Ο χειμώνας, λοιπόν, ήταν ασυνήθιστα άγριος, και το δωμάτιο όπου κοιμόμουν δεν θερμαινόταν με τον τρόπο που θερμαίνονται εκεί τα πιο πολλά σπίτια, με υπόγεια καμίνια, παρ' όλο που ήταν χτισμένο με τρόπο ώστε να μπορεί να ζεσταίνεται κι έτσι. Νομίζω, μάλιστα, πως συνέβαινε αυτό πάλι λόγω της γρουσουζιάς μου και της απανθρωπιάς την οποία όπως ήταν φυσικό έδειχνα πρώτα και κύρια στον ίδιο μου τον εαυτό. Διότι ήθελα να τον συνηθίσω ν' αντέχει στον κρύο αέρα χωρίς να 'χει ανάγκη από καμιά βοήθεια. Και ενώ ο χειμώνας χειροτέρευε, εγώ δεν εννοούσα ν' αφήσω τους υπηρέτες να ζεστάνουν το σπίτι, γιατί φοβόμουν μήπως και φύγει η υγρασία από τα ντουβάρια. Τελικά πρόσταξα και μου έφεραν μες το δωμάτιο μερικά αναμμένα κάρβουνα. Παρ' όλο που δεν ήταν πολλά, τα κάρβουνα έβγαλαν ντουμάνι τους ατμούς από τα ντουβάρια κι αυτό μου 'φερε ύπνο. Το κεφάλι μου γέμισε ατμούς και λίγο έλειψε να πνιγώ. Όταν με κουβάλησαν έξω κι οι γιατροί μου συνέστησαν να βγάλω το φαγητό που μόλις είχα φάει, και που δεν ήταν πολύ μα το Δία, έκανα εμετό κι αμέσως συνήλθα κι έτσι πέρασα μια άνετη νύχτα. Την επομένη μπορούσα να κάνω ό,τι ήθελα.
Να λοιπόν πως, ακόμα και στη χώρα των Κελτών, "δημιουργούσα ο ίδιος προβλήματα στον εαυτό μου", που λέει και ο Δύσκολος του Μένανδρου. Αλλά ενώ εύκολα ανέχτηκαν τις ιδιοτροπίες μου οι αγροίκοι Κέλτες, τις απεχθάνεται όπως είναι φυσικό, η χαρούμενη, πολυάνθρωπη και ευημερούσα πόλη σας, που ΄ναι γεμάτη χορευτές και αυλητές κι οι ηθοποιοί της είναι περισσότεροι από τους κανονικούς πολίτες, και που δεν δείχνει κανένα σεβασμό στους άρχοντες. Μόνο στους δειλούς, ταιριάζει να κοκκινίζουν από ντροπή, ενώ οι γενναίοι, όπως εσείς, το ρίχνουν στη διασκέδαση από τα χαράματα, περνούν νύχτες γεμάτες απολαύσεις και δείχνουν, όχι στα λόγια αλλά με πράξεις, ότι αψηφούν τους νόμους. (Οι νόμοι, βλέπετε, εμπνέουν φόβο επειδή υπάρχουν οι άρχοντες κι όταν κανείς προσβάλλει έναν άρχοντα, πάνω απ' όλα καταπατάει τους νόμους). Το ότι σας ευχαριστεί αυτή η συμπεριφορά το δείχνετε σε πολλές περιπτώσεις, κυρίως όμως στις αγορές και στα θέατρα, ο λαός με χειροκροτήματα και φωνές, ενώ οι εξέχοντες πολίτες με το να δαπανούν τέτοια ποσά σε διασκαδάσεις, που συζητιούνται και γίνονται πιο ονομαστοί απ' ό,τι η συνάντηση του Σόλωνα του Αθηναίου με τον βασιλιά της Λυδίας Κροίσο. Όλοι σας είστε ωραίοι και ψηλοί, με λείο δέρμα και ξυρισμένοι, και όλοι, μικροί μεγάλοι, ζηλεύετε την ευτυχία των Φαιάκων, "τα ρούχα τ' ακριβά, τα θερμά λουτρά και τα μαλακά κρεβάτια", κι όχι τον σεβασμό στους θείους νόμους.
"Τι φαντάστηκες δηλαδή, πως έτσι άξεστος και μισάνθρωπος και γρουσούζης που είσαι, θα ταίριαζες με όλα τούτα;", θα μου πείτε. "Άσχετε άνθρωπε που όλο σ' αρέσει να κάνεις εχθρούς, αυτή η ψυχούλα σου -που οι ασήμαντοι τη θεωρούν και ισορροπημένη- τόσο ανόητη και τιποτένια είναι που έφτασες να πιστεύεις πως πρέπει να την στολίσεις και να την εξωραϊσεις με τη σωφροσύνη; Και μάλιστα με λάθος τρόπο: πρώτα πρώτα εμείς ακόμα δεν έχουμε αντιληφθεί το σόι πράγμα είναι αυτή η σωφροσύνη, μόνο τη λέξη ακούμε, τα έργα της δεν τα βλέπουμε. Αν όμως σωφροσύνη σημαίνει αυτό που κάνεις εσύ, αν σημαίνει το να κατανοήσουμε πέρα για πέρα ότι πρέπει να υπηρετούμε τους θεούς και τους θείους νόμους, αν σωφροσύνη είναι να φερόμαστε ισότιμα στους ομότιμους και όταν υπερέχουμε να είμαστε μετριόφρονες, αν σωφροσύνη θα πει να νοιαζόμαστε και να προνοούμε ώστε οι φτωχοί να μην υποφέρουν αδικίες από τους πλούσιους, και αν είναι γι' αυτά να μπαίνουμε κάθε τόσο σε φασαρίες όπως κάνεις εσύ, που φυσικό είναι να σου προκύπτουν μίση, θυμοί και κοροϊδίες, κι αν επί πλέον σωφροσύνη είναι να υποφέρουμε όλα τα παραπάνω συγκρατώντας την αγανάκτηση και το θυμό μας και όσο γίνεται να ασκούμε τον εαυτό μας ώστε να μη μας λείπει η σύνεση, κι αν ακόμα σαν έργο της σωφροσύνης θεωρηθεί η αποχή από κάθε ηδονή ακόμα κι από κείνη στην οποία το να επιδίδεται κανείς φανερά δεν είναι ούτε απρεπές ούτε επονείδιστο, αφού το θεωρείς αδύνατο, κάποιος να είναι σώφρων στα κρυφά, μες στο σπίτι του, αν δημόσια και στα φανερά γουστάρει να είναι ακόλαστος και να διασκεδάζει στα θέατρα, αν λοιπόν τέτοιο πράγμα είναι η σωφροσύνη, τότε έχεις αυτοκαταστραφεί και πας να καταστρέψεις κι εμάς, που δε θέλουμε ούτε ν' ακούσουμε τη λέξη υποταγή -είτε στους θεούς είτε στους νόμους, γιατί μας είναι γλυκιά η ελευθερία."
"Αλλά κι αυτή η ειρωνία πάλι; Από τη μια να λες πως δεν είσαι δεσπότης μας και πως δεν ανέχεσαι να σε προσφωνούν έτσι, να αγανακτείς κιόλας τόσο, που έχεις πείσει τους περισσότερους -που από παλιά ήταν συνηθισμένοι αλλιώς- να αποφεύγουν αυτή τη λέξη ως προσβλητική της εξουσίας. Κι από την άλλη να μας αναγκάζεις να υποδουλωθούμε στους άρχοντες και στους νόμους. Πόσο καλύτερο θα 'τανε να σε λέγαμε δεσπότη και να μας άφηνες ήσυχους, εσύ που στις λέξεις είσαι πράος και στα έργα σκληρός. Και κοντά σ' όλα υατά, μας παρεμποδίζεις στα δικαστήρια, αναγκάζοντας τους πλούσιους να μετριάζουν τις διεκδικήσεις τους και μη αφήνοντας τους φτωχούς να ζητούν το δίκιο τους με συκοφαντίες. Αφήνοντας το θέατρο στην τύχη του, και τους μίμους και τους χορευτές, τη ρήμαξες την πόλη μας, κι έτσι τελικά ούτε ένα καλό δεν είδαμε από σένα, μόνο την αξιοπρέπειά σου που την ανεχόμαστε τους τελευταίους εφτά μήνες, κι αφήσαμε τις γριές μας που σέρνονται και κυλιούνται ανάμεσα στους τάφους, να προσεύχονται ν' απαλλαγούμε απ' το κακό που μας βρήκε, και μεις ολοκληρώνουμε αυτό το έργο με χιούμορ και ευστροφία, ρίχνοντάς σου σαν βέλητων Περσών που δειλιάζεις και το βάζεις στα πόδια μπροστά στις κοροϊδίες μας;"
Να λοιπόν, μ' έπιασε πάλι και θέλω να αυτοσαρκαστώ για μιαν ακόμα αιτία. "Συχνάζεις στα ιερά, στριμμένε άνθρωπε, δύστροπε και μοχθηρέ. Και για χατήρι σου μαζεύεται κι ο κόσμος εκεί, από κοντά και οι άνθρωποι της εξουσίας, και σου κάνουν λαμπρή υποδοχή, με χειροκροτήματα και φωνές, σαν να βρίσκονται στο θέατρο. Γιατί δεν τους αγαπάς και δεν τους επαινείς, παρά θες να παραστήσεις ότι είσαι σοφότερος κι από τον Απόλλωνα και βγάζεις λόγους και τους επικρίνεις αυστηρά που φωνάζουν; Και τους λες, Εσείς σπάνια πηγαίνετε στους ναούς για χάρη των θεών. Για χάρη μου όμως μαζευτήκατε εδώ, και κάνετε απρέπειες σε ιερό χώρο. Όμως οι σοβαροί και σώφρονες άνθρωποι θα 'πρεπε σιωπηλά να προσεύχονται και να ζητούν την εύνοια των θεών. Δεν ακούσατε ποτέ για το νόμο του Ομήρου,
από μέσα του ο καθένας _,
ούτε το πως σταμάτησε ο Οδυσσέας την Ευρύκλεια που είχε μείνει κατάπληκτη με το κατόρθωμά του;
από μέσα σου να χαίρεσαι, γερόντισσα,
συγκρατήσου και μη βγάζεις φωνή.
Κι οι Τρωάδες ακόμα, δεν ύψωναν προσευχές προς τον Πρίαμο ούτε στη γυναίκα του ή σε κάποιο γιο ή θυγατέρα του, ούτε καν στον ίδιο τον Έκτορα (παρ' όλο που ο Όμηρος λέει πως τον Έκτορα τοντιμούσαν οι Τρώες σα θεό, στα ποιήματά του δεν δείχνει πουθενά γυναίκες ή άντρες να προσεύχονται σ' αυτόν), παρά στη θεά Αθηνά, όπως γράφει, "ύψωσαν όλες τα χέρια κι έβγαλαν φωνή μεγάλη", μπορεί να 'ναι βαρβαρικός αυτός ο τρόπος και κατάλληλος μόνο για γυναίκες, πάντως δεν δείχνει ασέβεια προς τους θεούς όπως η δική σας συμπεριφορά. Γιατί εσείς επευφημείτε ανθρώπους αντί για θεούς, ή μάλλον, αντί να κολακεύετε τους θεούς κολακεύετε εμένα. Το καλύτερο όμως, έτσι πιστεύω, θα ήταν να μη κολακεύετε ούτε τους θεούς, αλλά να τους λατρεύετε με σύνεση και σωφροσύνη.
Νάτο, πάλι σκαρώνω φράσεις με περίτεχνες λεξούλες, κι όχι μόνο δεν αφήνομαι να εκφραστώ άφοβα και ελεύθερα αλλά με πιάνει πάλι η γνωστή μου γρουσουζιά και δυσφημώ τον εαυτό μου. Γιατί σε ανθρώπους που θέλουν να είναι ελεύθεροι, όχι μόνο από άρχοντες αλλά κι από θεούς, πρέπει κανείς να μιλάει με τρόπο που να τους δίνει την εντύπωση πως είναι φιλικός απέναντί τους σαν ήρεμος πατέρας, κι ας είναι από τη φύση του ελεεινός όπως εγώ.
"Ανέξου λοιπόν την έχθρα και τις κοροϊδίες τους, κρυφές και φανερές, αφού σκέφτηκες πως όσοι σε χειροκροτούν στους ναούς το κάνουν μόνο για να σε κολακέψουν. Γιατί δε φαντάζομαι να σου πέρασε από το μυαλό πως θα μπορούσες να ταιριάξεις με τα ενδιαφέροντα και τις ασχολίες, τον τρόπο ζωής και τα έθιμα αυτών των ανθρώπων.
"Ας είναι. Αλλά εκείνο το άλλο το δικό σου, ποιός θα το ανεχτεί; Τις νύχτες πέφτεις για ύπνο ολομόναχος, και δεν υπάρχει τίποτα να σου γλυκάνει αυτή την άγρια και ανήμερη ψυχή, κάθε δίοδος έχει αποκλειστεί. Και το χειρότερο απ' όλα είναι ότι σ' αρέσει που κάνεις τέτοια ζωή και δείχνεις να απολαμβάνεις τις κατάρες του κόσμου. Τότε τι αγανακτείς όταν σου τα λένε; Θα 'πρεπε να ευγνωμονείς όσους από καλή διάθεση σε νουθετούν με αναπαίστους και σου λένε να ξυριστείς και μετά να παρουσιάσεις -ξεκινώντας από σένα τον ίδιο- ωραία θεάματα σ' αυτόν τον εύθυμο λαό, μίμους, χορευτές, ξεδιάντροπες γυναίκες, αγοράκια που συναγωνίζονται τις γυναίκες στα κάλλη, άνδτες που 'χουν ξυρίσει όχι μόνο το πρόσωπο αλλά ολόκληρο το σώμα έτσι που το δέρμα να δείχνει πιο λείο από των γυναικών, γιορτές και πανηγύρια -κι όχι, μα το Δία, λατρευτικά, γιατί σ' αυτά θα πρέπει να 'μαστε κόσμιοι. Φτάνει πια μ' αυτά, τα μπουχτίσαμε, από τέτοια άλλο τίποτα.
"Ο καίσαρας θυσίασε μια φορά στο ναό του Διός, 'υστερα στο ναό της Τύχης, κι επισκέφθηκε το ναό της Δήμητρος τρεις φορές (δεν θυμάμαι πόσες φορές μπήκα στο ιερό της Δάφνης, που είχε εγκαταλειφθεί εξαιτίας της αδιαφορίας των φυλάκων του και κατόπιν το κατέστρεψε η θρασύτητα των άθεων).
Την Πρωτομηνιά των Σύρων, ο καίσαρας πάλι επισκέφθηκε το ναό του Φιλίου Διός και μετά, στη δημόσια εορτή, πηγαίνει στο ναό της Τύχης. Κατόπιν, αφού τηρεί την αργία της αποφράδας ημέρας, ξαναπηγαίνει στο ναό του Φιλίου Διός και προσεύχεται σύμφωνα με τα πατροπαράδοτα. Μα υποφέρεται ένας καίσαρας που κάθε τρεις και λίγο επισκέπτεται τους ναούς; Ενώ θα μπορούσε να ενοχλεί τους θεούς μια δύο φορές το πολύ, και να συμμετέχει στους παλλαϊκούς εορτασμούς, εκείνους που δεν είναι μόνο για τους ειδήμονες θρησκευόμενους αλλά για όλον τον κόσμο, που πραγματικά τις απολαμβάνει αυτές τις γιορτές κι ευχαριστιέται να βλέπει να χορεύουν πλήθος άντρες, αγοράκια και γύναια."
Όταν το συλλογίζομαι, σας μακαρίζω για την ευδαιμονία σας χωρίς να θυμώνω με τον εαυτό μου. Τ' αγαπάω όλα αυτά -κι ίσως αυτό το χρωστάω σε κάποιον θεό. Μάθετε λοιπόν, πως για το λόγο αυτό δεν αγανακτώ μ' εκείνους που αντιμάχονται τη ζωήμου και τις επιλογές μου. Άλλωστε προσθέτω και γω ο ίδιος, όσο μπορώ, σαρκασμούς και κοροϊδίες σε βάρος μου, αφού από ανοησία δεν έψαξα εξ αρχής να βρω από που προέρχονται τα ήθη αυτής της πόλης κι ας έχω διαβάσει -όπως πιστεύω, τουλάχιστον- περισσότερα βιβλία από κάθε άλλο συνομήλικό μου.
Λένε βέβαια για τον βασιλιά που έδωσε το όνομά του σ' αυτή την πόλη ή, καλύτερα, γι' αυτόν του οποίου πήρα τ' όνομα η πόλη κατά τον εποικισμό της (γιατί ιδρύθηκε μεν από τον Σέλευκο, το όνομά της όμως το πήρε από τον γιο του) λένε λοιπόν γι' αυτόν πως από την πολλή τρυφερότητα και την πολυτέλεια, μια ζωή, πότε εκείνος ήταν ερωτευμένος, πότε κάποιος άλλος ήταν ερωτευμένος μαζί του, ώσπου στο τέλος ένιωσε άνομο έρωτα για την ίδια τη μητριά του, ήθελε να κρύψει το πάθος του μα δε μπορούσε, και το κορμί του άρχισε σιγά σιγά να λιώνει, οι δυνάμεις του τον εγκατέλειωαν, η αναπνοή του έσβηνε. Η αρρώστια του ήταν ένα αίνιγμα, γιατί δεν υπήρχε κάποια εμφανής αιτία που την προκαλούσε, ή καλύτερα, κανείς δε μπορούσε να καταλάβει από τι ακριβώς έπασχε το αγόρι, ενώ ήταν φανερή η αδυναμία του. Κι ανατέθηκε τότε στον Σαμιώτη γιατρό ο μεγάλος άθλος, να βρει από τι αρρώστια έπασχε. Εκείνος είχε τις υπόνοιές του, ξέροντας από τον Όμηρο ποιες "λύπες κατατρώνε το κορμί", κι ότι πολλές φορές το κορμί λιώνει από ψυχική αρρώστια κι όχι σωματική. Και βλέποντας το νεαρό που μόνο ανέραστος δεν ήταν, λόγω ηλικίας και συνηθειών, να ποιο δρόμο ακολούθησε για να εξακριβώσει την αρρώστια: κάθεται πλάι στο κρεβάτι και προσέχει το πρόσωπο του νεαρού, έχοντας δώσει εντολή να περάσουν από κει οι όμορφοι κι οι όμορφες, και πρώτα πρώτα η ίδια η βασίλισσα. Μόλις μπήκε αυτή, δήθεν από ενδιαφέρον για την υγεία του, αμέσως ο νεαρός παρουσίασε τα συμπτώματα της αρρώστιας του, άρχισε ν' ανασαίνει σα να πνιγόταν, δε μπορούσε να συγκρατήσει την ταραχή του, το πρόσωπό του κατακοκκίνισε, μετά άρχισε να λαχανιάζει. Μόλις τον βλέπει έτσι ο γιατρός, βάζει το χέρι στο στήθος του νεαρού και διαπιστώνει ότι η καρδιά του χτυπούσε δυνατά σα να 'θελε να πεταχτεί έξω. Τέτοια συμπτώματα παρουσίασε όσην ώρα ήταν μπροστά η μητριά. Όταν όμως έφυγε εκείνη κι ήρθαν άλλοι, παρέμενε ήρεμος κι έμοιαζε να μην έχει τίποτα. Κατάλαβε ο Ερασίστρατος από τι έπασχε και το λέει στο βασιλιά, και εκείνος από αγάπη για το παιδί του, είπε να του παραχωρήσει τη σύζυγο. Ο νεαρός αρνήθηκε αμέσως, όταν όμως λίγο καιρό μετά πέθανε ο πατέρας του, έπεσε με τα μούτρα να διεκδικήσει αυτό που όταν του είχε προσφέρει το αρνήθηκε με ευγένεια.
Τέτοια λοιπόν ήταν τα κατορθώματα του Αντίοχου. Κι είναι άδικο να θυμώνω με τους απογόνους του που μιμούνται τον ιδρυτή της πόλης ή εκείνον που της χάρισε τ' όνομα. Γιατί όπως είναι φυσικό στα φυτά οι ιδιότητες να κληρονομούνται για πολύ καιρό, και όλα ίσως τα φυτά μοιάζουν με κείνα απ' τα οποία βλάστησαν, έτσι συμβαίνει και με τους ανθρώπους, είναι εύλογο, τα ήθη των απογόνων να είναι παραπλήσια με κείνα των προγόνων. Εγώ ας πούμε, ξέρω ότι απ' όλους τους Έλληνες, οι πιο φιλότιμοι και πιο φιλάνθρωποι είναι οι Αθηναίοι, έχω προσέξει ότι σε μεγάλο βαθμό όλοι οι Έλληνες έτσι είναι, κι έχω να το λέω, πόσο πιο φιλόξενοι είναι και πόσο πιο φιλόθεοι απ' όλους τους λαούς, όλοι οι Έλληνες είναι έτσι, μα ανάμεσά τους, μπορώ να σας βεβαιώσω, ξεχωρίζουν οι Αθηναίοι. Αν εκείνοι διασώζουν στα ήθη τους την εικόνα της παλιάς αρετής, το ίδιο είναι φυσικό να συμβαίνει με όλους: τους Σύρους, τους Άραβες, τους Κέλτες, τους Θράκες, τους Παίονες καθώς και κείνους που ζουν στις όχθες του Δούναβη, ανάμεσα στους Θράκες και τους Παίονες, δηλαδή τους Μυσούς απ' τους οποίους κατάγεται το σόι μου που 'ναι αγροίκο, αυστηρό, αδέξιο, ανέραστο και μένει αμετακίνητο στις ιδέες του -δείγματα όλα φοβερής χωριατιάς. Σας ζητώ να με συγχωρέσετε λοιπόν, και με τη σειρά μου σας συγχωρώ και γω, αφού μιμείσθε τους τρόπους των πατέρων σας, και μην το πάρετε σαν κατηγόρια όταν σας λέω
Ψεύτες και χορευτές και στα χοροπηδήματα πρώτους. |
|