|
|||||||
|
|
|
|||||
|
|
|||||||
|
|
|
|
||
|
ΜΙΣΟΠΩΓΩΝ - ΦΛΑΒΙΟΣ ΚΛΑΥΔΙΟΣ ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ |
||
|
|
||
| Κάθε άλλο: σας εγκωμιάζω όταν λέω πως μιμείσθε τα καλά των προγόνων σας (μέχρι κι ο Όμηρος, όταν λέει για τον Αυτόλυκο ότι τους ξεπερνάει όλους "στην απάτη και στους όρκους", μιλάει επαινετικά). Και στον εαυτό μου καταλογίζω αδεξιότητα, αμάθεια και δυστροπία και το ότι δεν μαλακώνω εύκολα, και σε ό,τι έχει να κάνει με τα προσωπικά μου δεν ξανοίγομαι σε φορτικούς και απατεώνες, και το ότι δεν κάνω πίσω όταν οι άλλοι βάζουν τις φωνές, τέτοιες μομφές τις δέχομαι μετά χαράς. Ποια απ' τις δυο στάσεις είναι η πιο εύκολη, οι θεοί μπορεί να το ξέρουν -μιας και δεν υπάρχει άννθρωπος που να μπορεί να μπει διαιτητής ανάμεσά μας: δεν θα τον εμπιστευόμασταν, γιατί είναι φυσικό ο καθένας να εκτιμάει τα δικά του και των αλλωνών να τα καταφρονεί. Άνθρωπος που χαρίζεται σε κάποιον με επιδιώξεις αντίθετες από τις δικές του, θα πρέπει να 'ναι υπερβολικά ήπιος, έτσι νομίζω. Τώρα που το καλοσκέφτηκα, βρίσκω πως έχω κάνει κι άλλα φοβερά πράγματα. Φτάνοντας σε μια πόλη ελεύθερη που δεν ανέχεται να βλέπει απεριποίητα μαλλιά, μπήκα μέσα αξύριστος και ακούρευτος, ίδιος με κείνους που ψάχνουν και δε μπορούν να βρουν ένα κουρέα. Θα νόμιζε κανείς πως έβλεπε τον Σμικρίνη τον γεροτσιγγούνη ή τον Θρασυλέοντα, τον ηλίθιο στρατιώτη. Ενώ αν είχα καλλωπιστεί θα 'μοιαζα ωραίος νέος, θα 'χα μεταμορφωθεί σε άφηβο, αν όχι στα χρόνια, τουλάχιστον στο φέρσιμο και στην τρυφερότητα του προσώπου. "Δεν ξέρεις να συναναστρέφεσαι τους ανθρώπους, δεν επιδοκιμάζεις τον Θέογνι, δεν παίρνεις για παράδειγμα το χταπόδι που το χρώμα του γίνεται ίδιο με των βράχων. Μόνο ξέρεις να φέρεσαι με μυκονιάτικη χοντροκοπιά και ασχετωσύνη και ανοησία. Δεν σου περνάει από το μυαλό πως εμείς εδώ είμαστε πολύ μακριά από τους Κέλτες και τους Θράκες και τους Ιλλυριούς; Δε βλέπεις πόσα μαγαζιά έχει αυτή η πόλη; Χώρια που σε μισούν κι οι μαγαζάτορες που δεν τους αφήνεις να πουλάνε στον κόσμο τα εμπορεύματα στις τιμές που θέλουν. Οι μαγαζάτορες, πάλι, κατηγορούν τους ιδιοκκτήτες. Εσύ όμως, ακόμα κι αυτούς τους τελευταίους τους κάνεις εχθρούς σου, αναγκάζοντάς τους να είναι δίκαιοι". (Όσο για τους αξιωματούχους της πόλης, αυτοί, απ' ότι φαντάζομαι, παθαίνουν διπλή ζημιά: ενώ πρώτα καρπώνονταν οφέλη από δυο μεριές, και ως ιδιοκτήτες και ως έμποροι, τώρα φυσικό είναι να στεναχωριούνται που τους μειώθηκαν τα κέρδη και από τις δυο πηγές). Όσο για τους Σύρους της πόλεως, το φέρνουν βαριά που δεν μπορούν να μεθοκοπούν και να χορεύουν τον κόρδακα. Εσύ νομίζεις ότι προσφέροντάς τους άφθονο στάρι, τους τρέφεις επαρκώς. Και το πιο χαριτωμένο είναι ότι δεν σε απασχολεί, πως θα γίνει να βρεθεί κανένα πππετρόψαρο στην πόλη. Και τις προάλλες, όταν κάποιος έκανε παράπονα ότι η αγορά πάσχει από ψάρια και πουλερικά, έβαλες τα γέλια κι είπες πως μια σοβαρή πόλη έχει ανάγκη από ψωμί, κρασί και λάδι -κρέας χρειάζεται όταν είναι τρυφηλή, πως ακόμα και το να κάνεις λόγο για ψάρια και πουλερικά είναι το άκρον άωτο της πολυτέλειας και ασωτίας, και πως τέτοια πολυτέλεια ούτε οι μνηστήρες στην Ιθάκη δεν απολάμβαναν. Και πως όποιος δε θέλει να τρώει χοιρινό και αρνίσιο κρέας, καλά θα κάνει να το γυρίσει στα όσπρια. Νόμιζες πως νομοθετούσες στα πατριωτάκια σου τους Θράκες ή στους Γαλάτες τους αναίσθητους που σε διαπαιδαγώγησαν για το κακό μας και σε ΄καναν σκέτο πουρνάρι και σφεντάμι -Μαραθωνομάχος, βέβαια, δεν έγινες ακόμα, πάντως κατά το ήμισυ Αχαρνέας, αηδιαστικός και άχαρος, σίγουρα. Δεν θα 'ταν καλύτερα, η αγορά να μοσχοβολούσε μύρο στο πέρασμά σου και πίσω σου ν' ακολουθούσαν ωραίοι νεαροί που θα τους λιμπιζόταν ο κόσμος, και όμιλοι γυναικών σαν αυτούς που καθημερινά βλέπει κανείς στην πόλη μας;" -Μα το να ρίχνω βλέμματα ερωτικά προς κάθε κατεύθυνση για να σας φανώ ωραίος, όχι στην ψυχή αλλά στο πρόσωπο, δεν μου το επιτρέπει ο χαρακτήρας μου. Για σας, η αληθινή ομορφιά της ψυχής ταυτίζεται με την ηδυπαθή ζωή. Εμένα ο δάσκαλός μου μού έμαθε να κοιτάω χαμηλά όταν πήγαινα σχολείο. Θέατρο δεν είχα πάει πριν μακρύνουν τα γένια μου πιο πολύ από τα μαλλιά μου, αλλά ακόμα και σε κείνη την ηλικία, ποτέ δεν πήγα από μόνος μου και με δική μου θελήση, παρά τρεις τέσσερις φορές, το ξέρετε καλά, κατά διαταγή του άρχοντα "για να γίνει το χατήρι του Πάτροκλου" -κι ο άρχοντας ήταν στενός συγγενής μου ενώ εγώ ήμουν ακόμη ιδιώτης. Εμένα τώρα θα πρέπει να με συγχωρέσετε: γιατί αντί για την αφεντιά μου σας προσφέρω τον άνθρωπο που θα έχετε να τον μισείτε με όλο σας το δίκιο: εκείνον τον παιδαγωγό μου τον μισάνθρωπο που τότε με στεναχωρούσε δείχνοντάς μου πάντα τον ίδιο δρόμο, και που σήμερα είναι ο αίτιος της απέχθειάς μου προς εσάς. Αυτός μου 'βαλε μες στην ψυχή -θαρρείς και μου την χάραξε για πάντα- κάτι που εγώ τότε δεν ήθελα ενώ εκείνος, λες και έκανε σογή πράξη, δος του και συνέχιζε να την μπολιάζει: ονομάζοντας, αν θυμάμαι καλά, μεγαλοπρέπεια την χωριατιά, σωφροσύνη την απάθεια, ανδροπρέπεια το να μην υποχωρεί κανείς στις επιθυμίες και να βρίσκει την ευτυχία με τέτοιο τρόπο. Μικρό παιδάκι ήμουν ακόμα, και κείνος, μα το Δία και τις Μούσες, μου 'λεγε και μου ξαν'αλεγε επί λέξει: "Μη παρασυρθείς από τους συνομηλίκους σου που μαζεύονται στα θέατρα και λαχταρήσεις και συ τέτοια θεάματα. Σου αρέσουν οι ιπποδρομίες; Υπάρχει μία στον Όμηρο που περιγράφεται θαυμάσια. Παρ' το βιβλίο και διάβασε προσεχτικά. Ακούς να μμιλάνε για παντομίμους χορευτές; Ας τους να χαίρονται. Στην Οδύσσεια, οι έφηβοι Φαίακες χορεύουν πιο αντρίκεια. Εσένα, κιθαρωδός σου είναι ο Φήμιος και τραγουδιστής ο Δημόδοκος. Ακόμα και δέντρα περιγράφει ο Όμηρος, με λόγια που τέρπουν περισσότερο απ' ό,τι η εικόνα της πραγματικότητας: Στη Δήλο κάποτε, πλάι στο βωμό του Απόλλωνος, δροσερό κλωνάρι φοινικιάς είδα ν' ανθίζει και το δασωμένο νησί της Καλυψώς και το σπήλαιο της Κίρκης κι ο κήπος του Αλκίνοου: να 'σαι βέβαιος, τίποτα πιο τερπνό απ' αυτά δεν πρόκειται να ιδείς." Επιθυμείτε να σας πω και τ' όνομα και την καταγωγή του ανθρώπου που μιλούσε έτσι; Ήταν βάρβαρος, μα τους θεούς και τις θεές. Σκύθης στην καταγωγή κι είχε το ίδιο όνομα με τον άνθρωπο που έπεισε τον Ξέρξη να εκστρατεύσει κατά της Ελλάδος. Κι ήταν ευνούχος -ιδιότητα που μέχρι πριν είκοσι μήνες ήταν αξιοσέβαστη και θρυλική, τώρα όμως η λέξη προφέρεται προσβλητικά. Τον είχε αναθρέψει ο παππούς μου για να διδάξει τα ποιήματα του Ομήρου και του Ησίοδου στη μάνα μου. Όμως εκείνην, λίγους μήνες αφότου γέννησε εμένα, το μοναδικό της παιδί, νέα ακόμη κι ύστερα από βάσανα πολλά, την έκλεψε η παρθένος που δεν γεννήθηκε από μάνα. Εφτά χρόνια αργότερα με παραδώσανε σ' αυτόν. Κι αυτός με παραπλάνησε, οδηγώντας με στο σχολείο από ένα και μοναδικό δρόμο, άλλο δρόμο δεν ήθελε να ξέρει ούτε και μου επέτρεπε να ακολουθήσω, και μ' έκανε τέτοιον ώστε να με απεχθάνεστε όλοι εσείς. Αλλά ας κάνουμε μαζί του ανακωχή, και σεις κι εγώ, αν δεν έχετε αντίρρηση, κι ας τερματίσουμε το μίσος. Διότι δεν ήξερε ο άνθρωπος ότι θα ερχόμουν να σας επισκεφθώ, μα και να το 'ξερε πως οι πιθανότητες να 'ρθω εδώ ήταν μεγάλες, που να το φανταστεί ότι θα 'ρχομουν ως άρχων, με τόση εξουσία στα χέρια -όση μου δώσαν οι θεοί, πιέχοντας πάρα πολύ και εκείνον που μου την άφησε και εμένα που τη δέχτηκα, πίστεψτε με. Ήταν φανερό άλλωστε πως ούτε εκείνος που πρόσφερε αυτήν την τιμή - ή χάρη ή όπως αλλιώς προτιμάτε- δεν το 'κανε με τη θέλησή του, αλλά και ο αποδέκτης -όπως ξέρουν οιθεοί- ειλικρινά αρνιόταν. Το πως έχει αυτή η ιστορία και το πως θα εξελιχθεί, είναι θέλημα των θεών. Κι αν είχε τύχει να την προβλέψει ο παιδαγωγός μου, θα έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του ώστε να μπορέσω τώρα να σας φανώ όσο γίνεται πιο αρεστός. Θα ρωτήσετε: "Δηλαδή δε γίνεται τώρα πια να βάλει κατά μέρος και να ξεμάθει τους αγροίκους τρόπους με τους οποίους ανατράφηκε;" Λένε πως η συνήθεια είναι δεύτερη φύση. Το να πολεμάς τη φύση και το να εγκαταλείψεις μια άσκηση που βάσταξε τριάντα χρόνια, είναι φοβερά δύσκολο, πόσο μάλλον όταν έχεις κοπιάσει γι' αυτήν τόσο πολύ, χώρια που είμαι αρκετά μεγάλος για τέτοια. "Καλά ως εδώ, θα μας πεις όμως τι σ' έπιασε και ασχολείσαι ο ίδιος με την ακρόαση και εκδίκαση διαφορών που προκύπτουν από τις συναλλαγές; Γιατί αυτό βέβαια δεν σου το δίδαξε ο παιδαγωγός σου που δεν είχε ιδέα ότι θα κυβερνούσες." Κι όμως, φταίει ο απαίσιος εκείνος γέρος που με παραπλάνησε και ως κύριο ένοχο για τις ενέργειές μου, καλά θα κάνετε μαζί με μένα να βρίσετε κι αυτόν. Να ξέρετε όμως πως κι εκείνος είχε εξαπατηθεί από άλλους. Κάποια ονόματα θα έχουν φτάσει στ' αυτιά σας, μιας και συχνά διακωμωδούνται στο θέατρο: ΠΛάτων, Σωκράτης, Αριστοτέλης, Θεόφραστος. Ο γέρος, άμυαλος όπως ήταν, πείστηκε από τα λεγόμενά τους και μετά βρήκε εμένα, ένα παιδί που αγαπούσε τα γράμματα, και μ' έκανε να πιστέψω πως αν γινόμουν οπαδός και μιμητής τους σε όλα, θα κατάφερνα να ξεπεράσω -τους άλλους ανθρώπους ίσως όχι, δεν έχω, βλέπετε, ανταγωνισμό μ' αυτούς-, τον εαυτό μου όμως σίγουρα. Και μη έχοντας άλλη λύση, πείστηκα και δε μπορώ πια ν' αλλάξω παρ' όλο που συχνά με πιάνει μια τέτοια επιθυμία. Και κατηγορώ τον εαυτό μου που δεν δίνω άφεση σε όλα τα αδικήματα, μου 'ρχονται όμως τότε στο νου τα λόγια του Αθηναίου στο έργο του Πλάτωνα: "Είναι άξιος τιμής αυτός που δεν κάνει αδικίες, εκείνος όμως που δεν επιτρέπει στους κακούς να αδικούν είναι άξιος τουλάχιστον διπλάσιας τιμής. Ο πρώτος είναι δίκαιος μόνο για τον εαυτό του ενώ ο δεύτερος αξίζει όσο πολλοί, καθώς αποκαλύπτει στις αρχές τις αδικίες των άλλων, και πρέπει να πάρει βραβείο αρετής. Ο ίδιος έπαινος πρέπει να ισχύσει και για την σωφροσύνη και τη φρόνηση και όσες άλλες αρετές μπορεί κανείς όχι μόνο να τις κρατά για τον εαυτό του αλλά και να τις μεταδίδει στους άλλους." Αυτά μου δίδασκε, πιστεύοντας ότι θα ήμουν στη ζωή ένας απλός ιδιώτης, δεν είχε προβλέψει την τύχη που μου επιφύλαξε ο Δίας. Εγώ όμως ντρεπόμουν ως ηγέτης να είμαι λιγότερο ενάρετος απ' ό,τι ως ιδιώτης, με αποτέλεσμα να ξεχαστώ και να σας μεταδώσω τη χοντροκοπιά μου χωρίς να υπάρχει καμιάανάγκη. Χώρια που ένας ακόμη νόμος του Πλάτωνος που μ' έκανε να σκεφτώ για μένα τον ίδιο, με κατάντησε μισητό σε σας: ο οποίος νόμος λέει ότι πρέπει οι άρχοντες και οι πρεσβύτεροι να έχουν αξιοπρέπεια και σωφροσύνη ώστε βλέποντας τους ο λαός να δέχεται πειθαρχημένα την εξουσία τους. Καθώς λοιπόν μόνο εγώ (ή καλύτερα, εγώ με λίγους ακόμα), το επιδίωξα αυτό, κατέληξε η στάση μου να φέρει ολωσδιόλου αντίθετα αποτελέσματα και φυσικά σε βάρος μου. Βλέπετε, είμαστε εφτά άτομα, ξένοι και νεοφερμένοι (κι ένας ακόμα που είναι και συμπολίτης σας, φίλος του Ερμή και δικός μου, εξαιρετικός τεχνίτης του λόγου), οι οποίοι δεν έχουμε συναλλαγές με κανέναν ούτε ακολουθούμε άλλο δρόμο πέρα από κείνον που οδηγεί στους ναούς των θεών και σπανίως, και πάλι όχι όλοι, προς τα θέατρα -μιας και "καταγινόμαστε με το πιο άχαρο έργο" και "τον πιο αξιοκατάκριτο σκοπό της ζωής" (για να χρησιμοποιήσω, με την άδεια των Ελλήνων σοφών, μερικές από τις συνηθισμένες φράσεις που ανταλλάσσουμε με τους συνεργάτες μου, δεν βρίσκω καλύτερες εκφράσεις), και ταχθήκαμε σε σας ως μεσάζοντες, τόσο πολύ μας αρέσει να συγκρουόμαστε μαζί σας και να μας μισείτε, ενώ θα 'πρεπε να κερδίζουμε την ευαρέσκειά σας και να σας χαϊδεύουμε. "Ο τάδε μεταχειρίστηκε βία σε βάρος του δείνα." "Και τι σε νοιάζει εσένα, βρε ανόητε; Ενώ θα μπορούσες να γίνεις συνεργός στο αδίκημα και να κερδίσεις συμπάθειες, και το κέρδος χάνεις και έχθρες ξεσηκώνεις, κι από πάνω νομίζεις ότι συμπεριφέρεσαι και σκέφτεσαι ορθά και προς το συμφέρον σου. Θα 'πρεπει να υπολογίσεις ότι όταν γίνεται κάποιο αδίκημα, κανένας αδικημένος δεν τα βάζει με τους άρχοντες αλλά με κείνον που έκανε την αδικία, ενώ αυτός που πάει να διαπράξει το αδίκημα, όταν εμποδίζεται, δεν κατηγοράει το θύμα του αλλά τους άρχοντες. Θα μπορούσες λοιπόν, με βάση αυτόν τον ωραίο υπολογισμό, να αποφεύγεις να επιβάλεις τη δικαιοσύνη και να επιτρέψεις στον καθένα να κάνει ό,τι θέλει ανάλογα με τη δύναμή του (τέτοιο ήθος έχει, νομίζω, αυτή η πόλη, πολύ φιλελεύθερο). Δε φτάνει που δεν κατάλαβες πως έχουν τα πράγματα, έχεις και την αξίωση να τους κυβερνήσεις με φρόνηση; Δεν πρόσεξες πόση ελευθερία υπάρχει εδώ, μέχρι και για τα γαϊδούρια και τις καμήλες; Αυτοί που τα νοικιάζουν τα περνούν κάτω από τις κιονοστοιχίες θαρρείς κι είναι νύφες, βλέπετε, οι φαρδιοί δρόμοι και τα σοκάκια έχουν φτιαχτεί για διακοσμητικούς σκοπούς και για πολυτέλεια κι όχι για να περνούν τα γαϊδούρια. Και φιλελεύθερα καθώς είναι τα γαϊδούρια, χρησιμοποιούν τους στεγασμένους χώρους και δεν τα εμποδίζει κανείς για να μην τους στερήσει την ελευθερία. Να με ποιο τρόπο είναι ελεύθερη αυτή η πόλη. Κι έχεις την απαίτηση να είναι ήσυχοι οι νέοι της και κυρίως να έχουν τις ίδιες ιδέες με σένα, κι αν όχι, τότε να λένε μονάχα όσα θα ακούγονταν ευχάριστα στ' αυτιά σου. Ενώ εκείνοι από την πολλή ελευθερία έχουν μάθει μόνο στα γλέντια, μια ζωή γλεντάνε αρκούντως και στις γιορτές με το παραπάνω." Για τέτοιου είδους εμπαιγμούς τιμώρησαν κάποτε οι Ρωμαίοι τους κατοίκους του Τάραντα, που μεθυσμένοι στις γιορτές των Διονυσίων πρόσβαλαν τους πρέσβεις της Ρώμης. Εσείς όμως είστε από κάθε άποψη καλότυχοι σε σύγκριση με τους Ταραντίνους: αντί για λίγες μέρες καλοπερνάτε όλο το χρόνο, κι αντί για ξένους πρέσβεις προσβάλλετε τους ίδιους σας τους άρχοντες ακόμα και για τα γένια τους και για τα σύμβολα που χαράζουν στα νομίσματα. Εύγε, σοφοί πολίτες -και εσείς που εμπαίζετε και εσείς που εγκρίνετε και απολαμβάνετε όσους εμπαίζουν. Φαίνεται, άλλωστε, ότι οι πρώτοι ηδονίζονται να λένε τις κοροϊδίες τους κι οι δεύτεροι να τις ακούνε. Με συναρπάζει κι εμένα αυτή η ομοφωνία σας και καλά κάνετε που όλοι μαζί, ως κάτοικοι μιας πόλης, ομονοείτε: ας πούμε, στο ότι δεν είναι καθόλου σημαντικό ή αξιοζήλευτο το να περιορίζεις τους νέους και να τιμωρείς την αχαλίνωτη συμπεριφορά. Διότι το να αφαιρέσεις από τους ανθρώπους τη δυνατότητα να λένε και να κάνουν ό,τι θέλουν, ισοδυναμεί με το να τους αποκόβεις από την ουσία της ελευθερίας. Εσείς λοιπόν, ξέροντας καλά ότι οι άνθρωποι πρέπει να 'ναι ελεύθεροι να κάνουν το κάθε τι, αρχικά επιτρέψατε στις γυναίκες σας να είναι αυτεξούσιες έτσι ώστε να 'ναι απέναντί σας τελείως ελεύθερες και αχαλίνωτες, και στη συνέχεια παραχωρήσατε τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών σ' αυτές, απόφόβο μήπως τα παιδιά σας, δοκιμάζοντας τη δική σας σκληρή ανδρική εξουσία, καταντήσουν δουλοπρεπεη και μαθαίνοντας να σέβονται τους πιο ηλικιωμένους αφού μπουν στην εφηβεία, κινδυνεύουν να τους έχει γίνει αυτό κακιά συνήθεια που θα τους κάνει να σέβονται και τους άρχοντες και να καταλήξουν να γίνουν δούλοι αντί για άντρες κι όπως θα ΄χουν γίνει συνετοί και αγαθοί και κόσμιοι, χωρίς να το πάρουν είδηση, θα καταστραφούν ολωσδιόλου. Οπότε, τι κάνουν οι γυναίκες; Με πολύ ευχάριστους τρόπους, τα μαθαίνουν να σέβονται μόνο ό,τι σέβονται οι ίδιες -πράγμα που όχι μόνο από τους ανθρώπους αλλά και από τα ζώα θεωρείται το πιο ευλογημένο και πολύτιμο πράγμα. Φαντάζομαι πως γι΄αυτό συμβαίνει να είστε τόσο πολύ ευτυχισμένοι, επειδή αρνιόσαστε κάθε μορφής δουλεία: ξεκινώντας από τους θεούς, συνεχίζοντας με τους νόμους και καταλήγοντας σ' εμένα, τον φύλακα των νόμων. Θα 'ταν τελείως παράλογο από μέρους μου να αγανακτήσω και να οργιστώ, όταν οι ίδιοι οι θεοί ανέχονται να βλέπουν έτσι ελεύθερη την πόλη και δεν την τιμωρούν. Γιατί ξέρετε καλά πως την ασέβεια που μου δείξατε τη μοιράστηκαν κι οι θεοί μαζί μου. "Το Χι", λένε, "δεν αδίκησε την πόλη, ούτε το Κάππα." Δύσκολο να μπει κανείς στο νόημα αυτού του γρίφου που σκαρφίστηκε η σοφία σας. Βρήκα όμως εδώ στην πόλη σας ερμηνευτές κι έμαθα ότι τα γράμματα είναι αρχικά ονομάτων, και ότι το πρώτο σημαίνει τον Χριστό και το δεύτερο τον Κωνστάντιο. Ανεχθείτε με λοιπόν, που θα σας μιλήσω χωρίς να κρύψω τίποτα. Σε ένα πράγμα σας αδίκησε ο Κωνστάντιος, στο ότι δεν με σκότωσε όταν με έκανε καίσαρα, όσο για τα υπόλοιπα, ας δώσουν οι θεοί, μονάχα εσείς απ' όλους τους Ρωμαίους πολίτες να δοκιμάσετε την πλεονεξία του Κωνστάντιου, ή μάλλον των φίλων του. Γιατί ο ίδιος ο Κωνστάντιος και ξάδερφός μου ήταν και τον αγαπούσα. Αφότου εκείνος διάλεξε την έχθρα αντί για τη φιλία, και το αποτέλεσμα της διαμάχης μας κρίθηκε από τους θεούς με μεγάλη φιλανθρωπία, εγώ έγινα πιο πιστός φίλος του απ' ότι ο ίδιος θα περίμενε να γίνω πριν γίνει εχθρός μου. Γιατί λοιπόν νομίζετε ότι εγκωμιάζοντας αυτόν στεναχωράτε εμένα που στην πραγματικότητα δυσανασχετώ με όσους τον βρίζουν; Επειδή αγαπάτε τον Χριστό, έχετε πολιούχο αυτόν αντί για τον Δία ή τον Δαφναίο Απόλλωνα ή την Καλλιόπη, όπως αποκάλυψε το σόφισμά σας. Οι Εμισηνοί, που έβαλαν φωτιά στους τάφους των Χριστιανών, αγαπούσαν το Χριστό; Στεναχώρησα εγώ ποτέ κανέναν από τους Εμισηνούς; Από σας βέβαια πολλούς, για να μη πω όλους: τη βουλή, τους πλούσιους, το λαό. ΑΠό τη μια ο λαός, που στην πλειοψηφία του ή μάλλον στο σύνολό του προτίμησε την αθεϊα, με απεχθάνεται γιατί με βλέπει να επιμένω στους ιερούς πατροπαράδοτους θεσμούς. Από την άλλη οι πλούσιοι γιατί τους απαγορεύω να πουλάνε τα πάντα σε υψηλές τιμές. Και όλοι μαζί (με απεχθάνεστε) εξ αιτίας των χορευτών και των θεάτρων: όχι ότι τα αποστερώ από κανέναν αλλά επειδή με ενδιαφέρουν λιγότερο απ' ό,τι τα βατράχια των βάλτων. Δεν έχω δίκιο μετά να κατηγοράω τον εαυτό μου, που σας έχω δώσει τόσες αφορμές να με μισείτε; Αντίθετα. ο Κάτων ο Ρωμαίος -δεν έχω ιδέα πως ήταν τα γένια του- είναι άξιος επαίνων από κείνους που περηφανεύονται για τη σωφροσύνη, τη μεγαλοψυχία και κυρίως για την ανδρεία τους. Σαν έφτασε σ' αυτήν εδώ την πολυάνθρωπη, πολυτελή και πλούσια πόλη, βλέποντας τους εφήβους μαζί με τους άρχοντες παραταγμένους σαν τιμητική φρουρά, νόμισε πως οι πρόγονοί σας για χάρη του είχαν κάνει όλη εκείνη την προετοιμασία. Κατέβηκε αμέσως από το άλογο και προχώρησε, δυσαρεστημένος με τους φίλους του που είχαν προηγηθεί και που ειδοποίησαν τους πολίτες ότι έρχεται ο Κάτων, βάζοντάς τους να τρέξουν να τον υποδεχτούν. Ενώ βρισκόταν σ' αυτήν την κατάσταση, κάπως αμήχανος και αναψοκοκκινισμένος, τον ζυγώνει ο γυμνασίαρχος. "Ξένε", του λέει, "που είναι ο Δημήτριος;" Ο Δημήτριος ήταν ένας πρώην δούλος του Πομπήιου που είχε αποκτήσει πολύ μεγάλη περιουσία, αν επιθυμείτε να μάθετε πόσο μεγάλη (γιατί φαντάζομαι ότι από όλα όσα σας λέω, κυρίως αυτό σας ενδιαφέρει) θα αναφέρω το όνομα αυτού που τα έχει διηγηθεί. Ο Δαμόφιλος από τη Βιθυνία, που συλλέγοντας στοιχεία για τους περίεργους νέους και τους γέρους. Γιατί με τα γεράματα ξαναποκτούν οι άνθρωποι το ενδιαφέρον που είχαν στα νιάτα τους να ακούν αφηγήσεις, γι' αυτό κι οι ιστορίες αρέσουν το ίδιο και στους νέους και στους γέρους. Τέλος πάντων. Θέλετε να σας πω τι απάντησε ο Κάτων στον γυμνασίαρχο; Μην πείτε τώρα ότι προσβάλλω την πόλη σας, γιατί δεν είναι δικά μου τα λόγια. Ίσως να 'χει φτάσει στ' αυτιά σας η φήμη κάποιου από τη Χαιρώνεια που ανήκε στο τιποτένιο, όπως το λένε οι αλαζόνες, γένος των φιλοσόφων. Εγώ ο ίδιος δεν προέρχομαι από το γένος αυτό, αν και κάποτε, σπρωγμένος από την άγνοιά μου, επιθύμησα να γίνω μέλος του. Αυτός λοιπόν (ο Χαιρωνέας) το ΄βγαλε στη φόρα, ότι ο Κάτων δεν απάντησε τίποτα κι ότι είχε μείνει εμβρόντητος, και σα να 'χε αποχαζέψει έβγαλε μόνο μια φωνή: "Ω, την κακομοίρα την πόλη", και πήρε δρόμο. Μην απορείτε λοιπόν που παθαίνω μαζί σας τα ίδια και γω, που είμαι άνθρωπος πιο απολίτιστος από τον Κάτωνα, πιο θρασύς και αυθάδης -όσοι οι Κέλτες από τους Ρωμαίους. Εκείνος έζησε ήπια και γέρασε στην πατρίδα του, ανάμεσα στους συμπολίτες του. Ενώ εμένα, αμέσως μόλις ενηλικιώθηκα, η μοίρα μ' έριξε στους Κέλτες και τους Γερμανούς και στα δάση της Ερκύνιας. Και πέρασα πολύν καιρό εκεί, ζώντας σαν κυνηγός που 'χει να κάνει μόνο με τ' άγρια θηρία. Και συνάντησα ανθρώπους με ήθη που δεν γνωρίζουν τις κολακείες και τα χάδια, παρά μόνο το απλό και ελεύθερο φέρσιμο, με τον ίδιο τρόπο απέναντι σε όλους. Μετά την ανατροφή που δέχτηκα από παιδί, σαν έγινα έφηβος, η πορεία που ακολούθησα περνούσε μέσα από τα έργα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη (που δεν είναι καθόλου κατάλληλα να διαβάζονται από λαούς που νομίζουν ότι είναι οι πιο ευτυχισμένοι επειδή ζουν φιλήδονα), και σαν έγινα άντρας απόκτησα πείρα ανάμεσα στα πιο πολεμικά και θαρραλέα έθνη όπου οι άνθρωποι γνωρίζουν τη γαμήλια Αφροδίτη για να παντρεύονται και να κάνουν παιδιά και τον μεθυπότη Διόνυσο για να πίνουν μετρημένα, όσο σηκώνει ο καθένας. Και στα θέατρά τους δεν υπάρχει ασέλγεια ούτε ύβρις. Κι ούτε κανένας χορεύει πάνω στην σκηνή τον κόρδακα. |
||
|
|
||