|
|||||||
|
|
|
|||||
|
|
|||||||
|
|
|
|
||
|
"ΚΑΤΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ" - ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ (Αποσπάσματα) |
||
|
|
||
|
(Πρώτον μέν γάρ είκότως άν τις διαπορήσειε τίνες όντες έπί τήν γραφήν παρεληλύθαμεν)πότερον Έλληνες ή βάρβαροι ή τί άν γένοιτο τούτων μέσον καί τίνας έαυτούς είναί φαμεν ού τήν προσηγορίαν ότι καί τοίς πάσιν έκδηλος αύτη άλλά τόν τρόπον καί τήν προαίρεσιν τού βίου' ούτε γάρ τά Έλλήνων φρονούντας όράν ούτε τά βαρβάρων έπιτηδεύοντας (. Ι .). Τί ούν άν γένοιτο τό καθ' ήμάς ξένον καί τίς ό νεωτερισμός τού βίου; πώς δ' ού πανταχόθεν δυσσεβείς άν είεν καί άθεοι οί τών πατρίων έθών άποστάντες δι' ών πάν έθνος καί πάσα πόλις συνέστηκεν; ή τί καλόν έλπίσαι είκός τούς τών σωτηρίων (σωτήρων ω.) Έχθρούς καί πολεμίους καταστάντας καί τούς εύεργέτας παρωσαμένους; καί τί γάρ άλλο ή θεομαχούντας; ποίας δέ καί άξιωθήσεσθαι συγγνώμης τούς έξ αίώνος μέν παρά πάσιν Έλλησιν καί βαρβάροις κατά τε πόλεις καί άγρούς παντοίοις ίεροίς καί τελεταίς καί μυστηρίοις πρός άπάντων όμού βασιλέων τε καί νομοθετών καί φιλοσόφων θεολογουμένους άποστραφέντας έλομένους δέ τά άσεβή καί άθεα τών έν άνθρώποις; ποίαις δ' ούκ άν ένδίκως ύποβληθείεν τιμωρίαις οί τών μέν πατρίων φυγάδες τών δ' όθνείων καί παρά πάσι διαβεβλημένων Ίουδαικών μυθολογημάτων γενόμενοι ζηλωταί; πώς δ' ού μοχθηρίας είναι καί εύχερείας έσχάτης τό μεταθέσθαι μέν εύκόλως τών οίκείων άλόγω δέ καί άνεξετάστω πίστει τά τών δυσσεβών καί πάσιν έθνεσι πολεμίων έλέσθαι καί μηδ' αύτώ τώ παρά Ίουδαίοις τιμωμένω θεώ κατά τά παρ' αύτοίς προσανέχειν νόμιμα καινήν δέ τινα καί έρήμην άνοδίαν έαυτοίς συντεμείν μήτε τά Έλλήνων μήτε τά Ίουδαίων φυλάττουσαν; (Ταύτα μέν ούν είκότως άν τις Έλλήνων μηδέν άληθές μήτε τών οίκείων μήτε τών καθ' ήμάς έπαίων πρός ήμάς άπορήσειεν). |
||
| μ. Ιιι Πώς ό Παύλος Έλεύθερος γάρ ών λέγει πάσιν έμαυτόν έδούλωσα ίνα πάντας κερδήσω; πώς δέ καί τήν περιτομήν λέγων κατατομήν αύτός έν Λύστροις περιτέμνει τινά Τιμόθεον ώς αί Πράξεις τών άποστόλων διδάσκουσιν; εύ γε τής όντως ώδε βλακείας τών ΄ρημάτων' τοιούτον όκρίβαντα γελοίου μηχανήματα αί τών θεάτρων σκηναί ζωγραφούσι' τοιούτον θαυματοποιών όντως τό παραπαίγνιον. Πώς γάρ έλεύθερος ό (παρά) πάσι δουλούμενος; πώς δέ πάντας κερδαίνει ό πάντας καθικετεύων; εί γάρ τοίς άνόμοις άνομος ώς αύτός λέγει καί τοίς Ίουδαίοις Ίουδαίος καί τοίς πάσιν όμοίως συνήρχετο όντως πολυτρόπου κακίας άνδράποδον καί τής έλευθερίας ξένον καί άλλότριον όντως άλλοτρίων κακών ύπουργός καί διάκονος καί ζηλωτής πραγμάτων άσέμνων έπίσημος ό τή κακία τών άνόμων συνδιατρίβων έκάστοτε καί τάς πράξεις αύτών ίδιοποιούμενος. Ούκ ένι ταύτα ψυχής ύγιαινούσης τά δόγματα ούκ ένι λογισμών έλευθέρων άφήγησις ύποπύρου δέ τάς φρένας καί τόν λογισμόν άρρωστούντος ή τών λόγων ύπόθεσις. Εί γάρ άνόμοις συζή καί τόν Ίουδαισμόν έγγράφως άσμενίζει έκατέρου μετέχων έκατέρω συμπέφυρται συναναμιγνύμενος καί συναπογραφόμενος τών ούκ άστείων τά πταίσματα. Ό γάρ τήν περιτομήν ούτω παραγραφόμενος ώς έπαράσθαι τούς ταύτην έπιτελείν θέλοντας καί περιτεμών αύτός έαυτού βαρύτατος ύπάρχει κατήγορος λέγων' Εί ά κατέλυσα ταύτα πάλιν οίκοδομώ παραβάτην έμαυτόν συνίστημι. Μ. Ιιι Ό δ' αύτός ούτος ήμίν ό πολύς έν τώ λέγειν ώσπερ τών οίκείων λόγων έπιλαθόμενός φησι τώ χιλιάρχω ούχί Ίουδαίον έαυτόν άλλά ΄Ρωμαίον είναι πρό τούτου φάς' Έγώ άνήρ Ίουδαίός είμι έν Τάρσω τής Κιλικίας γενόμενος άνατεθραμμένος δέ παρά τούς πόδας Γαμαλιήλ πεπαιδευμένος κατ' άκρίβειαν τού πατρώου νόμου. Ό γούν είπών' Έγώ είμι Ίουδαίος καί Έγώ είμι ΄Ρωμαίος ούδέτερόν έστιν έκατέρω προσκείμενος' ό γάρ ύποκρινόμενος καί λέγων όπερ ούκ ήν δόλω τάς ύποθέσεις τών έργων πραγματεύεται καί προσωπείον άπάτης περιβαλών έαυτώ φενακίζει τό σαφές καί κλέπτει τήν άλήθειαν άλληνάλλως πολιορκών τής ψυχής τό φρόνημα τέχνη γοητείας τούς εύχερείς δουλούμενος. Ό δέ τοιαύτην έν βίω γνώμην άσπασάμενος ούδέν άσπόνδου πολεμίου καί πικρού διενήνοχεν ός τών ύπερορίων τάς γνώμας ύποκριθείς πάντας αίχμαλωτίζει άπανθρώπως δουλούμενος. Εί γούν Παύλος ύποκρινόμενος πή μέν Ίουδαίος πή δέ ΄Ρωμαίός έστι πή μέν άνομος πή δέ Έλλην όταν έθέλη έκάστου πράγματος όθνείος καί πολέμιος έκαστον ύπεισελθών έκαστον ήχρείωκε θωπείαις έκάστου κλέπτων τήν προαίρεσιν. Ψεύστης ούν καί τού ψεύδους έκ τού φανερού σύντροφος καί περιττόν τό λέγειν' ’λήθειαν λέγω έν Χριστώ ού ψεύδομαι. Ό γάρ πρώην τόν νόμον καί τήμερον τό εύαγγέλιον σχηματιζόμενος ένδίκως ό τοιούτος κάν βίω κάν πολιτεία κακούργος καί ύπουλος. Μ. Ιιι Ότι δέ κενοδοξίας ένεκεν τό εύαγγέλιον καί πλεονεξίας τόν νόμον ύποκρίνεται δήλος άφ' ών λέγει' Τίς στρατεύεται ίδίοις όψωνίοις ποτέ; τίς ποιμαίνει ποίμνην καί έκ τού γάλακτος τής ποίμνης ούκ έσθίει; καί ταύτα θέλων κρατύναι τόν νόμον τής πλεονεξίας λαμβάνει συνήγορον φάς' Ή καί ό νόμος ταύτα ού λέγει; έν γάρ τώ Μωσέως νόμω γέγραπται' ού φιμώσεις βούν άλοώντα. Είτ' έπισυνάπτει τόν λόγον άσαφή καί μεστόν φλυαρίας τών άλόγων τήν θείαν άποτέμνων πρόνοιαν φάσκων' Μή τών βοών μέλει τώ θεώ; ή δι' ήμάς λέγει; δι' ήμάς γάρ έγράφη. Δοκεί δέ μοι ταύτα λέγων ίκανώς ένυβρίζειν τή σοφία τού κτίσαντος ώς ού προνοουμένη τών γενομένων (πάλαι). Εί γάρ περί τών βοών ού μέλει τώ θεώ τί καί γέγραπται' Πάντα ύπέταξας πρόβατα καί βόας καί κτήνη καί τούς ίχθύας. Εί γάρ ίχθύων λόγον ποιείται πολλώ μάλλον βοών άροτήρων καί καματηρών. Όθεν άγαμαι τόν ούτω φένακα τόν άπληστίας ένεκεν καί τού λαβείν ίκανόν τών ύπηκόων έρανον ούτω τόν νόμον σεμνώς περιέποντα. Μ. Ιιι Είθ' ύποστρέψας αίφνίδιον ώς όνειροπλήξ άφ' ύπνου τινός άναπηδήσας φάσκει' Μαρτύρομαι έγώ Παύλος ότι έάν τις έν ποιήση τού νόμου όφειλέτης έστίν όλον τόν νόμον ποιήσαι άντί τού' όλως ού χρή τοίς λεγομένοις ύπό τού νόμου προσέχειν. Ό βέλτιστος ούτος ό φρενήρης ό συνετός ό κατά άκρίβειαν τού πατρώου νόμου πεπαιδευμένος ό τοσαυτάκις Μωσέως δεξιώς μεμνημένος; ώσπερ έν οίνω καί μέθη διαβραχείς άναιρεί δογματίζων τού νόμου τό πρόσταγμα λέγων Γαλάταις' Τίς ύμάς έβάσκανεν τή άληθεία μή πείθεσθαι; τουτέστι τώ εύαγγελίω' είτα δεινοποιών καί φρικτόν έργαζόμενός τινα τώ νόμω πείθεσθαι λέγει' Όσοι γάρ έξ έργων νόμου είσίν ύπό κατάραν είσίν. Ό γράφων ΄Ρωμαίοις ότι Ό νόμος πνευματικός έστι καί αύθις' Ό νόμος άγιος καί ή έντολή άγία καί δικαία τούς πειθομένους τώ άγίω ύπό κατάραν τίθησιν. Είτα φύρων άνω καί κάτω τήν φύσιν τού πράγματος συγχέει τό πάν καί ζοφερόν έργάζεται ώς σκοτοδινιάσαι μικρού δείν τόν άκούοντα καί καθάπερ έν νυκτί προσαράττειν έκατέροις τώ τε νόμω προσπταίειν καί τώ εύαγγελίω προσκρούειν τή συγχύσει διά τήν τού χειραγωγούντος άμαθίαν. Μ. Ιιι Ίδε γάρ ίδε τού σοφού τήν άφήγησιν' μετά μυρίας φωνάς άς έκ τού νόμου πρός σύναρσιν έλαβε καί τών οίκείων ΄ρημάτων τήν ψήφον ήκύρωσε λέγων' Νόμος γάρ παρεισήλθεν ίνα πλεονάση τό παράπτωμα καί πρό τούτων' Τό κέντρον τού θανάτου ή άμαρτία ή δέ δύναμις τής άμαρτίας ό νόμος μονονουχί μάχαιραν καθάπερ τήν οίκείαν άπακονήσας γλώτταν άφειδώς μεληδόν τεμαχίζει τόν νόμον ό πείθεσθαι τώ νόμω πολλαχώς προτρεπόμενος καί τό ζήν κατ' αύτόν λέγων έπαινετόν. Ώσπερ δέ έκ συνηθείας ταύτην άναλαβών τήν άπαίδευτον γνώμην τάς οίκείας πανταχού ψήφους καταβέβληκεν. Μ. Ιιι ’μέλει τήν βρώσιν τών ίεροθύτων άπαγορεύων πάλιν άδιαφορείν περί τούτων διδάσκει λέγων μή δείν πολυπραγμονείν μηδ' έξετάζειν άλλ' έσθίειν κάν ίερόθυτα ή μόνον έάν τις μή προείπη' .... Έν οίς ίστόρηται λέγων' ’ θύουσι δαιμονίοις θύουσιν' ού θέλω δέ ύμάς κοινωνούς τών δαιμονίων γίνεσθαι. Ταύτα λέγων καί γράφων πάλιν άδιαφόρως περί τής βρώσεως γράφει λέγων' Οίδαμεν ότι ούδέν είδωλον έν κόσμω καί ούδείς θεός εί μή είς καί μετ' όλίγα' βρώμα ύμάς ού παραστήσει τώ θεώ ούτε έάν φάγωμεν περισσεύομεν ούτε έάν ού φάγωμεν ύστερούμεθα είτα μετά τοσαύτην τερθρείας άδολεσχίαν ώσπερ έν κλίνη κείμενος άπεμηρυκήσατο φάς' Πάν τό έν μακέλλω πωλούμενον έσθίετε μηδέν άνακρίνοντες διά τήν συνείδησιν' τού κυρίου γάρ ή γή καί τό πλήρωμα αύτής' ώ σκηνής παίγνιον πρός μηδενός εύρεθέν ώ φωνής άλλόκοτον ΄ρήμα καί άσύμφωνον. Ώ λόγος αύτός έαυτόν τή μαχαίρα χειρούμενος. Ώ καινοτέρα τοξεία κατά τού βάλλοντος έρχομένη καί πίπτουσα. Μ. Ιιι Όμοιον τούτοις έν ταίς έπιστολαίς αύτού ΄ρήμά τι εύρομεν ένθα τήν παρθενίαν έπαινών μεταβαλλόμενος αύθις γράφει' Έν ύστέροις καιροίς άποστήσονταί τινες τής πίστεως προσέχοντες πνεύμασι πλάνης κωλύοντες γαμείν άπέχεσθαι βρωμάτων καί έν τή πρός Κορινθίους δέ έπιστολή λέγει' Περί δέ τών παρθένων έπιταγήν κυρίου ούκ έχω. Ούκούν ό παρθενεύων ού καλώς ποιεί ούδ' ό γάμων άπεχόμενος πονηρού τινος ύφηγήσει πειθόμενοι μή έχοντες πρόσταγμα περί παρθενίας τού Ίησού καί πώς τινες παρθενεύουσαι ώς μέγα τι κομπάζουσι καί λέγουσι πνεύματος άγίου πεπληρώσθαι όμοίως τή τεξαμένη τόν Ίησούν; μ. Ι Πώς παράγειν ό Παύλος λέγει τό σχήμα τού κόσμου; καί πώς δυνατόν τούς έχοντας ώς μή έχοντας είναι καί τούς χαίροντας ώς μή χαίροντας καί τάς λοιπάς τούτοις γραολογίας είναι πιθανάς; πώς γάρ δυνατόν τόν έχοντα μέν ώς μή έχοντα γενέσθαι; πώς δέ πιθανόν τόν χαίροντα ώς μή χαίροντα; ή πώς τό σχήμα τού κόσμου τούτου παρελθείν δυνατόν; τίς δ' ό παράγων έσται καί τίνος χάριν; εί μέν γάρ ό δημιουργός τούτο παράξειε διαβληθήσεται ώς τό κείμενον άσφαλώς κινών καί μεταφέρων' εί δ' έπί τό κρείττον παράξει τό σχήμα κατηγορείται κάν τούτω πάλιν ώς ού συνιδών έν τή δημιουργία τό άρμόζον καί πρέπον σχήμα τώ κόσμω άλλά τού κρείττονος λόγου λειπόμενος έκτισεν αύτόν ώσπερ άτελή. Πόθεν γούν ίστέον ώς είς τό καλόν ή τού κόσμου φύσις όψέ τών χρόνων άλλαττομένη λήξει ποτέ; τί δέ τό συμφέρον τήν τών φαινομένων τάξιν άλλαγήναι; εί μέν γάρ κατηφή καί λύπης αίτια τά τών όρωμένων ύπάρχει πράγματα καταψάλλεται καί τούτοις ό δημιουργός καταυλούμενος εύλόγοις αίτίαις ότι λυπηρά καί ταράττοντα τήν λογικήν φύσιν έτεκτήνατο τού κόσμου τά μέρη καί μεταγνούς έκρινεν άλλάξαι τό πάν. Μή τι γούν ό Παύλος τώ λόγω τούτω ώς μή έχοντα διδάσκει τόν έχοντα φρονείν έπεί τόν κόσμον έχων ό κτίσας ώς μή έχων τούτου παράγει τό σχήμα; καί τόν χαίροντα λέγει μή χαίρειν έπεί τό χαρίεν καί λαμπρόν κτίσμα ό δημιουργός βλέπων ού τέρπεται καθάπερ δ' έπ' αύτώ πολλά λυπούμενος μετάγειν τούτο καί μεταφέρειν διεβουλεύσατο; μετρίω μέν ούν γέλωτι τούτο τό λεξίδιον παραχωρήσωμεν. |
||