|
|||||||
|
|
|
|||||
|
|
|||||||
|
|
|
ΚΕΡΚΥΩΝΑΣ |
Ο ληστής Κερκύωνας, βασιλιάς της Ελευσίνας και γιος του Ποσειδώνα, υποχρέωνε τους ξένους να παλεύουν μαζί του και τους σκότωνε ύστερα από αγώνα, που η έκβασή του ήταν πάντα βέβαιη. Κι αυτό συνέβαινε, ως την μέρα που βάλθηκε να επιτεθεί εναντίον του Θησέα. Ο Θησέας τον νίκησε και τον σκότωσε.
Ο Κερκύωνας, αν και γιος του Ποσειδώνα, είδε τον πατέρα του να ατιμάζει την οικογένειά του. Ο Κερκύωνας είχε μια κόρη, την Αλόπη και ο θεός της θάλασσας και παππούς της την αποπλάνησε. Η Αλόπη γέννησε χωρίς να το ξέρει ο πατέρας της ένα παιδί και το έδωσε στην παραμάνα της να το αφήσει έκθετο κάπου. Μια φοράδα θήλασε το νεογέννητο όπου μετά από λίγο το
βρήκε ένας βοσκός με τις φασκιές του τυλιγμένο, που μαρτυρούσαν την καταγωγή του και το πηγαίνει σπίτι του. Ένας άλλος βοσκός θέλησε να πάρει το παιδί και ο πρώτος που το βρήκε δέχτηκε με τον όρο να φυλάξει τα ρουχαλάκια του παιδιού ο ίδιος. Οι δυο βοσκοί φιλονίκησαν κι το ζήτημα έφτασε στο βασιλιά Κερκύωνα. Αυτός αμέσως αναγνώρισε τα ρουχαλάκια του μωρού. Αμέσως κάλεσε την παραμάνα η οποία ομολόγησε τα πάντα. Οργίστηκε ο Κερκύωνας και καταδικάζει την κόρη του σε θάνατο και την φυλακίζει. Διατάζει να αφήσουν και πάλι έκθετο το μωρό της Αλόπης. Μια φοράδα το ξαναθήλασε και βοσκοί το ξαναβρίσκουν, που βλέπουν σε αυτό το γεγονός έκδηλη τη θέλήση του θεού. Ανάθρεψαν το παιδί του και του έδωσαν το όνομα Ιπποθόωνας, που
μ΄ αυτό έγινε επώνυμος της Ιπποθόωνας αττικής φυλής.
Κατά το μύθο, ο Ποσειδώνας, ύστερα από όλα αυτά, λυπήθηκε την κόρη, την Αλόπη και την μεταμόρφωσε στην ομώνυμη πηγή, που ρέει στην περιοχή της Ελευσίνας. Κι όχι μακριά από αυτή έδειχναν τον τάφο της Αλόπης, όπως και την περιφέρεια που εκτελούσε ο Κερκύωνας τα κατορθώματά του.
|
ΣΚΙΡΩΝ ΚΑΙ ΣΙΝΙΣ |
Οι "Σκιρωνίδες πέτρες", επικίνδυνοι βράχοι, που σήμερα τις λένε Κακιά Σκάλα, χρωστούσαν την ονομασία τους σ' έναν γιο του Ποσειδώνα, που είχε γίνει και αυτός διαβόητος για τον τρόπο που
μεταχειρίζονταν τους ξένους που περνούσαν από κει. Τους υποχρέωνε να του πλένουν τα πόδια του στο πιο απότομο σημείο του βράχου και με μια κλωτσιά τους έριχνε στο βάραθρο, όπου τους καταβρόχθιζε μια τεράστια χελώνα. Όπως και ο Κερκύωνας έτσι και ο Σκίρωνας θανατώθηκε από τον Θησέα.
Στην ίδια περιοχή του Ισθμού της Κορίνθου, ένας
άλλος Γίγας, επίσης γιος του Ποσειδώνα, ο Σίνης, με το παρατσούκλι "Πιτυοκάμπτης" (εκείνος που λύγιζε τα πεύκα) υπόβαλε σ' ένα πρωτότυπο μαρτύριο τους ταξιδευτές που έπεφταν στα χέρια του. Προικισμένος με τεράστια δύναμη, λύγιζε ως τη γη ένα πελώριο πεύκο (κουκουναριά) ή ένα τεράστιο κλωνάρι του και πρόσταζε τα θύματά του να το κρατήσουν στην ίδια θέση. Ανίκανοι οι δύστυχοι για έναν τέτοιο άθλο, παρασύρονταν από την ανόρθωση στα ύψη του δέντρου, που έπειτα τους εκσφενδόνιζε κάτω με ορμή κι έτσι σκοτώνονταν από τη βιαιότητα της σύγκρουσής τους με το έδαφος.
Σύμφωνα με μιαν άλλη εκδοχή, ο Σίνης λύγιζε δύο δέντρα
πλάι-πλάι, έδενε τους ταξιδιώτες στην κορυφή τους, από ένα πόδι στην καθεμιά κορυφή, ύστερα άφηνε τα
δύο δέντρα προς τα ύψη και τα θύματά τους σκίζονταν στα δυο. Ο Θησέας εξόντωσε τον ληστή Σίνη, καθώς με τη σειρά του τον υπέβαλε στο ίδιο φριχτό μαρτύριο.
|
ΠΡΟΚΡΟΥΣΤΗΣ ΚΑΙ ΕΡΥΞ |
Ένας από τους γνωστότερους μύθους στην Ελληνική Μυθολογία είναι αυτός του Προκρούστη, γιου του Ποσειδώνα. Ο Προκρούστης παραφύλαγε ανάμεσα στον κάμπο της Ελευσίνας και στον κάμπο της Αττικής όπου έπιανε τους ταξιδευτές και τους σκότωνε με ένα παράξενο μαρτύριο. Τους ξάπλωνε σε ένα κρεβάτι που δεν ήταν ποτέ στο ανάστημά τους. Αν τα πόδια τους ήταν μακρύτερα από το κρεβάτι τους τα έκοβε. Αν ήταν πιο κοντά, τα μάκραινε σφυροκοπώντας τα με μια βαριά. Όπως ο Σίνης έτσι κι αυτός
υποβλήθηκε από τον Θησέα στο ίδιο μαρτύριο.
Ανάλογη ήταν και η περίπτωση του γιγαντόσωμου Έρυκα, γιου του Ποσειδώνα και της Αφροδίτης. Ο Έρυξ προκαλούσε τους ξένους να παλέψουν και τους σκότωνε. Ο Ηρακλής έβαλε στις ανομίες του τέλος. Ο Έρυκας θάφτηκε κάτω από το ομώνυμο βουνό της Σικελίας, που στην κορυφή του υψώνονταν ένα από τα ονομαστότερα ιερά της Αφροδίτης.
|
ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ |
Ο Πολύφημος, ξακουστός από την περιπέτειά του με τον Οδυσσέα ήταν γιος του
θεού της θάλασσας και της Νύμφης Θόωσσας. Τον αποκαλούσαν Κύκλωπα, αν και δεν είχε καμιά συγγένεια με τους ομώνυμους γίγαντες.
Ο Πολύφημος αντιπροσώπευε την τυφλή δύναμη, με όλη της την ασχήμια και ήταν κτηνώδης και άλοβος με το χαυνωμένο του μυαλό. Μοναδική του ασχολία ήταν να βόσκει τα κοπάδια του από γιδοπρόβατα, που τα μάντρωνε το βράδυ σε μια σπηλιά κοντά στη θάλασσα που χρησίμευε και για δική του κατοικία. Η είσοδος της σπηλιάς έκλεινε με έναν πελώριο βράχο, που εικοσιδύο ζευγάρια βόδια δεν θα κατάφερναν να τον μετακινήσουν. Για όπλο του είχε ένα ρόπαλο, μεγαλύτερο και από κατάρτι καραβιού και εκσφενδόνιζε στη θάλασσα ολόκληρο κορφοβούνια. Όπως ξέρουμε, ένα από τα γνωστότερα μέρη της "Οδύσσειας" διηγείται, πως ο Οδυσσέας νίκησε τον Πολύφημο τυφλώνοντας τον που του στοίχισε ωστόσο τον ανήλεο κατατρεγμό του πατέρα του, του Ποσειδώνα.
|
ΚΥΚΝΟΣ |
Ο Κύκνος, γιος του Ποσειδώνα και της Σκαμανδροδίκης, έκθετος
είχε εγκαταλειφθεί κι αυτός από την μητέρα του μόλις γεννήθηκε.
Ένας κύκνος τον έθρεψε και το δέρμα του ήταν λευκό σαν το φτέρωμα αυτού του πουλιού. Από την πρώτη του γυναίκα είχε αποκτήσει δυο παιδιά, τον Τένη και την Ημιθέα. Κι όταν χήρεψε, πήρε, σε δεύτερο γάμο, γυναίκα του τη Φιλονόμη, που ο μύθος της αποδίδει μια περιπέτεια όμοια με της Φαίδρας και του Ιππόλυτου, η οποία ερωτεύεται τον γιο του συζύγου της Τένη, που όμως την αποκρούσει. Εκείνη τότε τον κατηγόρησε στον άνδρα της πως τάχα θέλησε να την βιάσει. Ο Κύκνος οργισμένος παράφορα, προστάζει να κλείσουν τον Τένη, μαζί με την αδελφή του Ημιθέα μέσα σε ένα κιβώτιο και να το ρίξουν στην θάλασσα.
Τα κύματα πήγαν το κιβώτιο στο νησί Λεύκοφρυ κι εκεί το περιμάζεψαν ψαράδες που το άνοιξαν και έσωσαν τη ζωή των δυο παιδιών του Κύκνου. Το νησί από τότε μετονομάστηκε προς τιμήν του Τένη σε Τένεδος. Ο Κύκνος ωστόσο αναγνώρισε την αθωότητα του γιου του και πήγε στην Τένεδο για να συμφιλιωθεί μαζί του. Αλλά ο Τένης θυμωμένος με τον πατέρα του, έκοψε με ένα τσεκούρι το σκοινί που ήταν προσδεμένο το καράβι του πατέρα του στη στεριά.
Επίσης έλεγαν πως απαγορεύονταν η αποβίβαση αυλητών στο νησί, επειδή εξαιτίας μια ψεύτικης μαρτυρίας ενός αυλήτη, κατάφερε η Φιλονόμη να κάνει τον άνδρα της να πιστέψει την κατηγορία της κατά του Τένη.
Σύμφωνα με άλλο μύθο, ο Κύκνος αφού σκότωσε τη γυναίκα του, πήγε στην Τένεδο κι εκεί σκοτώθηκε σε μια μονομαχία με τον Αχιλλέα. Η μονομαχία κράτησε πολλήν ώρα, επειδή κι οι δυο ήταν άτρωτοι, αλλά στο τέλος ο Κύκνος σκόνταψε κάποια στιγμή κι έχασε την ισορροπία του και βρήκε ευκαιρία ο Αχιλλέας, τον άδραξε και τον έπνιξε.
Τελικά, ο Κύκνος μεταμορφώθηκε στο ομώνυμο πουλί.
|
ΩΡΙΩΝ |
Οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν σχετικά με τη γέννηση του Ωρίωνα δύο διαφορετικούς μύθους. Σύμφωνα με τον ένα, ήταν γιος του Ποσειδώνα και της Ευρυάλης,
θυγατέρας του Μίνωα. Σύμφωνα με τον άλλο, πατέρες του Ωρίωνα ήταν ταυτόχρονα ο Δίας, ο Ερμής και ο Ποσειδώνας. Και διηγούνται σχετικά πως ο Υριέας, γιος κι αυτός του Ποσειδώνα από την Πλειάδα Αλκυόνη, είχε δεχτεί μια μέρα την επίσκεψη αυτών των τριών θεών, που, θέλοντας να τον ευχαριστήσουν για την φιλοξενία του, του είπαν να διατυπώσει μιαν ευχή κι αυτοί θα την εκπλήρωναν. Ο Υριέας που λαχταρούσε να έχει διάδοχο, ζήτησε να αποκτήσει γιο. Οι τρεις λοιπόν θεοί τότε γονιμοποίησαν το δέρμα ενός βοδιού, που ο Υριέας το έθαψε στη γη. Όταν το ξέθαψε μετά από εννέα μήνες, βρήκε μέσα ένα μωρό, αυτό που θα γίνονταν ο γίγας Ωρίων. Από τον πατέρα του Ποσειδώνα, ο Ωρίωνας έλαβε το χάρισμα να βαδίζει επάνω στα κύματα. Κι έγινε ήρωας αρκετών μύθων.
Ο Ωρίωνας είχε απαχθεί, καθώς αναφέρει η "Οδύσσεια", από τη "ροδοδάχτυλην" Ηώ, που τον ερωτεύτηκε. Αλλά και η Άρτεμη
σαγηνεύτηκε από την ομορφιά του κι αυτό εξόργισε τον αδελφό της τον Απόλλωνα. Για να ξεφορτωθεί τον Ωρίωνα ο Απόλλωνας, κατέφυγε σε ένα στρατήγημα. Προκάλεσε την αδελφή του να χτυπήσει με τα βέλη της ένα σημαδάκι που μόλις απόμακρα ξεχώριζε να επιπλέει στης θάλασσας την επιφάνεια. Η Άρτεμη τέντωσε τότε το τόξο της, ρίχνει ένα βέλος και χτυπάει το στόχο που δεν είναι άλλος από τον Ωρίωνα.
Μια μεταγενέστερη εκδοχή παρουσιάζει διαφορετικά το θάνατο του Ωρίωνα. Κυνηγώντας μαζί με την Άρτεμη στη Χίο, επιχείρησε να βιάσει τη θεά. Κι αυτή, για να τον τιμωρήσει, του έστειλε ένα σκορπιό που του έμπηξε το κεντρί του κι έτσι ο Ωρίωνας πέθανε. Άλλη όμως μυθική εκδοχή τονίζει ότι το σκορπιό τον έστειλε η Γαία, που έκανε να βγει το αρθρόποδο από τη γη και τον Ωρίωνα να θανατώσει. Στην Κρήτη είχε συμβεί αυτό, από όπου ο γιος του Ποσειδώνος είχε καυχηθεί πως θα εξαφάνιζε όλα τα αγρίμια.
Η Χίος υπήρξε θέατρο και άλλης περιπέτειας του Ωρίωνα. Σαν ήρθε στο μεγάλο νησί, φιλοξενήθηκε από το βασιλιά Οινοπίωνα, γιο του Διονύσου και της Αριάδνης. Ο Ωρίων ερωτεύθηκε την κόρη του Οινοπίωνα, τη Μερόπη και τη ζήτησε σε γάμο από τον πατέρα της. Μα ο βασιλιάς της Χίου Οινοπίωνας, δεν ήθελε αυτόν τον γάμο και
μέθυσε τον Ωρίωνα κι ενώ κοιμόταν τον τύφλωσε κι ύστερα τον πέταξε στην ακρογιαλιά. Μα ο τυφλός δεν έχασε το θάρρος, ακούει απόμακρα σφυροκοπήματα σιδεράδικου και κατευθύνεται προς αυτά κι έτσι στη Λήμνο φτάνει, περιοχή του Ηφαίστου. Παίρνει εκεί ένα παιδί, το καθίζει στους ώμους του και το προστάζει να τον οδηγεί προς την ανατολή του ηλίου όπου οι αχτίδες του, του ξαναέδωσαν το φως του. Τώρα ο Ωρίωνας βιάζεται να ξαναπάει στην Χίο, για να εκδικηθεί τον Οινοπίωνα, μα αυτόν τον
σώζει ο Ποσειδώνας, που του έχτισε μια υπόγεια απρόσιτη κατοικία.
Και με παράκληση, όπως πιστεύεται, της Αρτέμιδος,
έγινε ο Ωρίωνας αστερισμός της Αρτέμιδος που ήταν απαρηγόρητη που τον σκότωσε άθελά της. Το ίδιο έγινε και για το σκύλο του τον Σείριο, τέρας φοβερό, που η πνοή του αποξέραινε τη γη, σε σημείο τέτοιο, που κανένα καρπό δεν έδινε.
Στο νησί Κέα είχε πέσει λιμός και παίδευε το ωραίο νησί. Ο Απόλλωνας έστειλε τον γιο του Αρισταίο, που τους κατοίκους του νησιού λυπήθηκε και έγιναν θυσίες στον Ικμαίο Δία (που ρίχνει βροχή) και φύσηξαν για σαράντα μέρες δροσεροί άνεμοι και ξαναέφεραν την αφθονία στο νησί. Σε ανάμνηση όλων αυτών, οι κάτοικοι της Κέας καθιέρωσαν στις επάνω κορυφές του νησιού λατρεία για τον Σείριο και του πρόσφεραν θυσίες κάθε χρόνο σε ορισμένη εποχή.