Cheap Web Hosting | Free Web Hosting | Credit Card Offers | Web Hosting | Free Web Space | Web Hosting | Advertise
Search the Web

`Ρητορικαί λέξεις

<αρχαιρεσίας>: συνόδους, καθ' άς τούς άρχοντας τού 
καιρού ηρούντο 
<αδέκαστον>: καθαρόν 
<αδωροδόκητον>: μή δώρα δεχόμενον 
<αμυδρόν>: στυγνόν, ασθενές 
<προυβαλόμην>: κατηγόρησα 
<καθεκτόν>: φορητόν 
<παραιτείσθαι>: αξιούν, ικετεύειν 
<αντιβολώ>: ικετεύω 
<εαλωκότων>: ηττηθέντων 
<επεξελθείν>: κατηγορήσαι 
<χρηματίζειν>: διοικείν, πράττειν 
<έφεσις>: έκκλητος 
<παρασκήνια>: τόποι ήτοι οίκοι, εν οίς οι χορευταί 
αναπαύονται ή αι είσοδοι τής θυμέλης 
<φράττων>: αποκλείων, ίνα μή εξάκουστος ο φθόγγος 
γένηται 
<εχυρούς>: ασφαλείς 
<διέφθειρεν>: εξηγόρασεν, υπέφθειρεν 
<διορίζεται>: φανεροποιεί 
<απολύσασθαι>: εκχείν, ελευθερώσαι, απαλλάξαι 
<εκ τώνδε>: εκ τούτων 
<φεύξεται>: κατηγορείται 
<απέχει>: αφέστηκεν 
<ένοχος>: υπεύθυνος 
<εξούλης>: όνομα κατηγορίας 
<κακιείν>: υβρίσειν 
<μιά>: τή περιττή 
<υπέστην>: ανεδεξάμην 
<δίκην λαχών>: κατηγορήσας 
<υπερημέρους>: εκπροθέσμους 
<είλον ερήμην>: <ερήμη> εστίν όταν δικαζομέ-
νων δύο μή απαντήση είς, οι δικάζοντες ερή-
μην καταποφαίνονται ή καταψηφίζονται τού μή 
απηντηκότος 
<ευήθης>: έσθ' ότε μωρός καί άνους, έσθ' ότε χρη-
στός καί χρήσιμος: από τού <ήθους> 
<εισέφρουν>: εισεδέχοντο εμφαντικώς 
<ίυγξ>: διάθεσις, φιλία 
<περιείργασμαι>: περισσός γέγονα: αντί τού επε-
ριττολόγησα 
<περιήγγελκεν>: ηξίωσεν, παρεκάλεσεν 
<παραγγελία>: αξίωσις, παράκλησις 
<πομπείων>: τών αναθημάτων τά προσφερόμενα 
<πομπεία ελέγετο> 
<πομπεία>: φανερά ύβρις μεταφορικώς 
<υπερημέρους>: εκπροθέσμους 
<ώεσθε χρήναι>: ενομίσατε δείν 
<καί τά δίκη καί ψήφω>: δικαστική ψήφω 
<ελόντων>: νενικηκότων 
<χρηματίσωσι>: πράξωσι, διοικήσωσι, ομολο-
γήσωσι 
<οι πρόεδροι>: οι προκαθήμενοι τού δήμου 
<προσενέτεινέ μοι>: επήγαγέ μοι 
<αγώνος>: κρίσεως 
<ολκός>: αγωγός: μεταφορικώς ούν καί τού όφεως 
τό μήκος 
<ολκάς>: είδος πλοίου καί πλάτη 
<εωλοκρασία>: όταν εν συμποσίω πινόντων αν-
δρών καί καθευδόντων ενίων οι άλλοι τήν τρυ-
γίαν περιχέωσιν 
<εν υπωμοσία>: † εν μεσότητι † 
<συνελάμβανον>: συνέπραττον 
<απαρτάν>: αποσπάν 
<τών αδικούντων>: τών κρινομένων 
<εκ προνοίας>: εκ προαιρέσεως 
<υπόδικος>: ο ιδιωτικής δίκης υπεύθυνος 
<βλάβος>: ζημία 
<εφ' εαυτώ>: εις εαυτόν 
<προφαινομένοις>: δεδηλωμένοις, γεγραμμένοις 
<εξαχθέντα>: προσαχθέντα 
<απογνόντας>: αποψηφισαμένους 
<καταγνόντας>: καταψηφισαμένους 

<παρά τού>: παρά τίνος 
<τάς δίκας έλαχον τών πατρώων τοίς 
επιτρόποις>: αντί τού κατηγόρησα τών επι-
τρόπων υπέρ τών πατρικών πραγμάτων 
<συνειπόντες>: συνθέμενοι 
<υφέξω>: παράσχω ή παρέξω 
<σήμαντρα>: σφραγίδες 
<διειλήφασιν>: διεμερίσαντο 
<γραφείς>: κατηγορηθείς 
<γραφή>: κατηγορία 
<περιήν>: επερίττευσεν, επλεόνασεν 
<αναρρήσεως>: αναγορεύσεως, κηρύξεως 
<επιτρίβουσιν>: καταπονούσιν 
<συνοίσει>: συμφέρει 
<πώμαλα>: ουδέ όλως † κύρος η λέξις † 
<εξεπίτηδες>: εκών 

<αλώναι>: ηττηθήναι 
<παραστήναι>: παρασχείν 
<άριστον>: βέλτιστον 
<αιθόμενον>: καυστικόν ή λαμπρόν 
<άεθλα>: έπαθλα 
<έλδεαι>: επιθυμείς 
<πολύφατος>: πολύφημος 
<αφνειάν>: πλουσίαν 
<θεμιστείον>: δίκαιον 
<πολυμάλω>: πολυθρέμμονι 
<δρέπων>: ανθολογών 
<αγλαΐζεται>: καλλωπίζεται 
<δεδαλμένοι>: πεποικιλμένοι 
<εμήσατο>: εβουλεύσατο 
<εοικός>: εύλογον 
<† μείς>: ουδαμού † 
<εριτίμου>: μεγαλοτίμου 
<έπελες>: εγένου 
<άπορον>: αμήχανον, αδύνατον 
<αυδάσομεν>: λέξομεν 
<αλάται>: πλανάται 
<έλπεται>: νομίζει 
<προήκαν>: έπεμψαν 
<ταχύποτμον>: ταχυθάνατον 
<έρεφον>: εσκέπαζον 
<βαρύκτυπον>: μεγαλόφωνον 
<τέλλεται>: γίνεται 
<άναλκιν>: αδύνατον 
<άμοιρος>: αμέτοχος 
<αγάλλων>: καλλωπίζων 
<λαγέτας>: ηγεμόνας 
<μεμαότας>: προθύμους 
<αμφίπολα>: περιαναστρεφόμενα 
<δέδορκε>: έλαμπε 
<κλήζειν>: υμνείν 
<παπταίνει>: θεωρεί 
<πρόφαντον>: διάδηλον 
<ακροθίνια>: απαρχαί 
<γεγωνητέον>: υμνητέον 
<έρεισμα>: στερέωμα 
<ορθόπολις>: ο ανορθών τήν πόλιν 
<{ο} αιών>: ο βίος όλος 
<μόρσιμος>: εύμοιρος 
<παλίγκοτον>: τό εναντίον 
<άνακτας>: βασιλείς 
<ευθρόνοις>: εντίμοις 
<πιτνεί>: νικάται 
<ησύχιον>: ήρεμον, καλόν 
<θεορτώ>: θεϊκώ 
<χρησθέν>: μαντευθέν 
<παλαίφατον>: παλαιόν 
<θάλος>: βλάστημα 
<ο μάν>: ο μήν 
<αρίδηλος>: διάδηλος {ή ο πλούτος} 
<μετεωροφένακας>: απατεώνας: <φενάκη> γάρ η 
επιθετή θρίξ 
<είξασι>: εοίκασι 
<πεπταμένοις>: ηπλωμένοις 
<ουδ' οτιούν>: ουδαμώς 
<άττ' άν έρωμαι>: άτινα ερωτώ 
<βρενθύει>: μεγαλοφρονείς 
<απόφαινε>: απόδειξον 
<ώμην>: ενόμιζον 
<δίνος>: συστροφή ανέμου 
<κλόνος>: συστροφή 
<διεκορκορύγησεν>: <κορκορυγή> εστιν όταν η 
κοιλία φωνή 
<κομιδή>: πάνυ 
<περιφλέγει>: κατά μικρόν αναλίσκει ή εκ μέρους 
καίει 
<ενέπρησεν>: κατέκαυσεν 
<μετεωρισθείς>: επαρθείς 
<ρύμης>: ορμής 
<άχθει>: κάμνεις, λυπεί 
<δεξιόν>: φρόνιμον, συνετόν 
<αλαζών>: απατεών 
<κέντρων>: τό εκ πολλών <***> 
<αποπειρώ>: απόπειραν λαβέ 
<πυθέσθαι>: μαθείν 
<σχέτλιος>: άδικος 
<φωράσων>: ερευνήσων 
<εμφερής>: ίσος, όμοιος 
<διοίσεις>: διαφέρεις 
<επιμελής>: σπουδαίος 
<βορόν>: αδηφάγον 
<ιωνικός>: απαίδευτος 
<αδεώς>: αφόβως 
<τό κόρημα>: τό σάρον, τό κάλλυντρον 
<πεύσεσθε>: ακούσετε 
<ευθύ>: έναντι, αντικρύ 
<σοβαρός>: σεσοβημένος 
<ρώμη πίσυνος>: τή δυνάμει θαρρών 
<ολολύζειν>: μετ' ευχής βοάν 
<ερησόμενος>: επερωτήσων 
<ετύμως>: αληθώς τό λεγόμενον 

<ετήτυμον>: τό αληθές 
<άχθομαι>: λυπούμαι 
<γράψομαι>: κατηγορήσω 
<κατωκάρα>: κατακέφαλα 
<ώ γλίσχρων>: ώ γουλάριε, ώ επιθυμητά 
<κύτταρος>: τό έσχατον μέρος. κυρίως δέ <κύτταρος> 
λέγεται τό διάτρημα τών σιμβλών τών σφηκίων 
<αντιβολούντων>: ικετευόντων 
<ηρείσθε>: εβούλεσθε 
<αποδρώ>: αποφύγω 
<εισωκίσμεθα>: † ανεχωρήσαμεν † 
<διακναισθήσεται>: διαφθαρήσεται 
<κοτταβίζειν>: παίζειν 
<συβριάζειν>: τρυφάν: <συβριαστής> γάρ ο τρυ-
φητής 
<στιβάδας>: χαμαί στρώματα 
<ημπόληκα>: εκέρδησα 
<μυηθήναι>: μυστηρίων κοινωνός είναι 
<τετορήσω>: σαφηνίσω, φράσω 
<ξύλλαβε>: βοήθει 
<ανώμεν>: ενδώμεν, εάσωμεν 
<μυριάμφορον>: πολύτιμον 
<ιπνόν>: αρτοκόπιον, μαγειρείον {ή αγρόν} 
<άσμεναι>: χαίρουσαι 
<σμινύας>: τάς αξίνας, τάς δικέλλας 
<προσειπείν>: προσαγορεύειν 
<εμπολήσαντες>: αγοράσαντες, κερδάναντες 
<πανδαισία>: παντοδαπά εδέσματα 
<επύργωσεν>: ύψωσεν 
<κολάκων>: ειρώνων 
<έδεισεν>: εφοβήθη 
<συνέριθος>: συνεργός 
<μηχανοδίφας>: μηχανάς ζητούντας 
<κελαδή>: υμνή 
<οψοφάγω>: αδηφάγω 
<αρπυία>: αρπακτικαί 
<καταχρεμψαμένη>: καταπτύσασα, κατευτελήσασα 
<ιπνούς>: φανούς 
<ως γ' ιδείν>: όσον από τού στοχάσασθαι 
<ζηλωτός>: μακάριος 
<τά λάσανα>: τούς χυτρόποδας 
<τουπτανείον>: μαγειρείον 
<υπέχοντα>: εκτείνοντα 
<αοιδάς εμάς>: εμής ωδής 
<αμφιλάλοις>: φλυάροις 
<δείματα>: φόβητρα 
<απότιμον>: άτιμον 
<προσήκουσιν>: διαφέρουσιν 
<ανέντες>: παυσάμενοι 
<νόμισμα>: συνήθεια 
<τοίς θύρασιν>: τοίς ξένοις 
<έφεδρος>: ο ύστερον ανταγωνιζόμενος 
<διαμέτρους>: διαβήτας 
<βασανίζειν>: εξετάζειν 
<ταυρηδόν>: οργίλως 
<λήρον>: μωρόν 
<χόλον>: οργήν 
<εριβρεμέτης>: ο κομπολόγος, μεγαλόηχος 
<στροβήσεται>: στρέψει τό όμμα υπό μανίας, περι-
δινήσει 
<κορυθαίολα>: ισχυρότερα 
<φρενοτέκτονος>: γνωμοτύπου 
<γομφοπαγή>: πολυσύνθετα 
<ρακιοσυρραπτάδη>: πενιχρά ρακκάδια φορών 
<τυφώς>: άνεμος, σφοδρά καταιγίς 
<θένων>: τύπτων 
<λοιδορείσθαι>: υβρίζειν 
<πρίνος>: είδος ξύλου 
<ουκ αναδύομαι>: ου φοβούμαι, ου παραχωρώ 
<εμμέλειαν>: τήν ευρυθμίαν 
<φέναξ>: απατεών 
<πρόσχημα>: μόνον σχήματι καθίσας, μηδέν δέ 
φθεγγόμενον 
<θρίνακες>: λικμητήρες 
<τριαινούν>: ομαλίζειν τούς βώλους 
<ανερπύσαι>: βαδίσαι 
<αυτοδάξ>: οργίλος 
<άκουσα>: μή θέλουσα 
<σεσηρότας>: οργίλως υπομειδιώντας 
<διειρωνόξενοι>: υποκριταί, διά τής ειρωνείας 
πείθοντες τούς ξένους 
<τάς κράδας>: τάς συκάς 
<κορώνεως>: είδος συκής 
<κυψέλη>: κέραμος δεκτικός <πυρών ή κριθών> 
<εβύνουν>: επλήρουν 
<ίθι>: δεύρο 
<ήρετο>: ηρώτα 
<κακόνους>: κακόβουλος 
<κρατύνει>: κρατεί, άρχει 
<αχθεσθείσα>: λυπηθείσα 
<ξυνοίσει>: συμφέρει 
<αναπυθέσθαι>: μαθείν παρά σού 
<επί ριπός>: <ρίψ> γάρ φρύγανόν εστιν, ξύλον ή 
ψίαθος 
<ωρακιάσας>: ωχριάσας 
<κλεινότατος>: ενδοξότατος 
<ατιμώσας>: εξορίσας 
<επύργωσεν>: ύψωσεν 
<ηλίθιος>: ανόητος 
<έδρασεν>: εποίησεν 
<μορμυρωπά>: φοβερά 
<αγνώτα>: άγνωστον 
<σαφές>: αληθές 
<<μακρώ χρόνω>>: πολλώ χρόνω 
<στωμυλμάτων>: φλυάρων πιθανολογιών 
<παρήκα>: αφήκα 
<κομψός>: πέρπερος 
<εισηγησάμην>: έδειξα 
<λογισμόν>: διάνοιαν 
<απεδήδοκεν>: κατέφαγεν 
<μαμμάκυθοι>: μωροί 
<μελιτίδαι>: μωροί 
<μοχθηροτέρους>: δυστυχεστάτους 
<διαδρασιπολίτας>: φυγάδας 
<κοβάλους>: δυσγενείς 
<σκαιότατον>: τόν μωρόν 
<επείη>: γένοιτο 
<φράζει>: διδάσκει 
<ηβώσι>: ακμαίοις ή τελείοις 
<ανθρωπίνως>: συμμέτρως 
<αμπισχών>: ενδύσας 
<ανταγορεύειν>: αντιλέγειν 
<πίων>: λιπαρός 
<παίουσι>: τύπτουσι 
<ορρωδείτε>: φοβείσθε 
<αι κράτισται>: αι βέλτισται 
<εριούνιον>: μεγαλωφελή 
<ανθοσμίαν>: τινές λέγουσι τόν γλυκύν οίνον, οι 
δέ τόν ευθύς από λήνου εύοσμον 
<εξικνούμεθα>: καταλαμβανόμεθα 
<υφέσθαι>: παραχωρείν 
<αποπρίω>: αγοράσας αποκατάστησον 
<διακναίση>: διαφθείρη 
<συχνοί>: πολλοί 
<αμών>: θερίζων 
<υφείλετο>: έκλεψεν 
<ιμονιοστρόφου>: σχοινιοπλόκου ή σχοινιοστρόφου 
<οινάνθας>: εκφύσεις τής αμπέλου 
<γάνος>: ιλαρός 
<δωδεκαμήχανον>: δωδεκάχορδον 
<ορφνά>: σκοτεινά 
<άλις>: ικανόν 
<ατοπίας πλέων>: θαύματος πλήρη 
<σαφώς>: φανερώς 
<αιρού>: λαβέ 
<περιόψει>: παροράσει 
<χαρίεν>: καλόν 
<πορισταίς>: αργυρολόγοις 
<ολάς>: τάς κριθάς τών θυσιών 
<αμιλλήσεσθε>: σπουδάσετε 
<τίς τήδε>: τίς ενταύθα 
<αμώμητα>: κάλλιστα 
<αποφήναι>: αποδείξαι 
<οτοτύζειν>: θρηνείν 
<επισχείν>: βραδύνειν 
<απάρχου>: αρχήν ποιού ή παράδος 
<τρήρωνες>: δειλοί 
<η σφονδύλη>: η σίλφη 
<είλοντο>: εβουλεύσαντο 
<όρεξον>: παράσχου 
<παίε>: τύπτε κοινώμενος 
<ήδιον>: τερπνόν 
<παρδακόν>: υγρόν 
<πυός>: πρωτόγαλον 
<αθρών>: σκοπών 
<οιδαίνοντα>: φυσώντα 
<ευθύνας>: τιμωρίας, δίκας 
<αμύλους>: πλακούντας 
<εμπολώ>: κερδαίνω 
<προίκα>: δωρεάν 
<αλώ>: ληφθώ 
<λήξαι>: παύσασθαι 
<εξεταστικόν>: δικαστικόν 
<επικληρώσαι>: προσνείμαι